Διηγήματα Λένας Μαυρουδή Μούλιου

Καινούργιο Διήγημα!

Πατήστε πάνω στο βελάκι!

«TO  ΒΕΛΟΣ» (Αστυνομικό διήγημα)

Με το που ξύπνησε και άνοιξε τα παράθυρα να μπει το φως της μέρας στο δωμάτιο, μπήκε και ένα βέλος με ένα χαρτί καρφιτσωμένο πάνω του και πήγε και καρφώθηκε στον απέναντι από το παράθυρο τοίχο.

Στην αρχή, ο Μάνος δεν κατάλαβε τι ήταν αυτό το ιπτάμενο αντικείμενο να το πει, ή μεγάλο έντομο, μια ακρίδα π.χ

Ο άνθρωπος είχε μια μεγάλη απέχθεια στα έντομα γενικά, που έφθανε στα όρια της υστερίας. Μη δει μύγα και κουνούπι, αράχνη και ζουζούνι, πόσω μάλλον μη δει μιαν ακρίδα. Μα τούτο δω που καρφώθηκε στον τοίχο του, μήτε κουνιόταν, μήτε έμοιαζε τελικά με ακρίδα. Ήταν ένα βέλος όπως είπαμε τελικά και καλά το είχε καταλάβει από την αρχή. Και φως φανάρι, αυτό ενήργησε σαν ιδιότυπος ταχυδρόμος ή σαν πρωτότυπος κούριερ με το σημείωμα καρφιτσωμένο πάνω του.

Ανοίγει ο Μάνος το χιλιοδιπλωμένο χαρτί καi διαβάζει γεμάτος απορία:

«Δεν το περίμενες το γράμμα μου ε;… Δεν το περίμενες. Δεν σου το έστειλα με τον συνηθισμένο τρόπο και ξέρεις γιατί; Για να σου τονίσω ότι είμαι κάπου κοντά σου. Και έτσι θα είμαι από τούδε και στο εξής. Μια δε απ’ όλες αυτές τις φορές, θα είναι και η τελευταία που θα βλέπεις το φως του ήλιου. Κάθαρμα…»   

Ο Μάνος δεν τα έχασε. Είχε μάθει στη δουλειά του να βρίσκεται αντιμέτωπος με αλλοπρόσαλλες καταστάσεις και βέβαια μια από δαύτες θα ήταν και τούτη. Ήταν δε σίγουρος ότι ο σκοπευτής το είχε σκοπό να γλεντήσει πρώτα με το θύμα του, να το εκνευρίσει και σίγουρα να το φοβίσει και μετά να το εκτελέσει, αν βέβαια δεν τον προλάβαινε το υποψήφιο θύμα του και να γίνει εκείνο από θύμα θύτης.

Ο Μάνος έβαλε το βελάκι σε ένα κουτί με χώρο αρκετό να φιλοξενήσει και άλλα βέλη που θα ακολουθούσαν, σίγουρα. Είχε σκοπό να τα πάει μαζί με τα σημειώματα σε ένα γραφολόγο μήπως και εκείνος μπορούσε να του δώσει στοιχεία του χαρακτήρα του περί ού ο λόγος και να τον κατατοπίσει. Και κάποιος τεχνικός να του πει σαν τι μέσον χρησιμοποιούσε για εκτοξευτήρα.  Σφεντόνα; Μέγεθος μικρό, μεγάλο; Απλή δηλαδή κατασκευή ή προηγμένης τεχνολογίας. Θα πει κανείς, και τι τον ένοιαζε αυτό; Τι σημασία μπορεί να είχε; Μα και βέβαια είχε. Όλα είχαν τη σημασία τους, για να ολοκληρωθεί το puzzle που βρισκόταν βέβαια στα πρώτα στάδια της διαμόρφωσής του. Ευρηματικός ο απειλών δράστης, μα και ο απειλούμενος δεν πήγαινε πίσω ούτε από ευρηματικότητες ούτε από εξυπνάδα. Επομένως ένας αγώνας από δύο εξπέρ του είδους, αν μη τι άλλο θα είχε ενδιαφέρον.

Αρχίζοντας από το Μάνο να πούμε, ότι ήταν απολύτως φυσικό να έχει παντός είδους εχθρούς από όλη την κοινωνική διαστρωμάτωση εξ’ αιτίας της φύσεως της δουλειάς του. Ανώτατος αξιωματικός της Αστυνομίας και ειδικά του Εγκληματολογικού και οι γνώσεις του επί του αντικειμένου, Πανεπιστη μιακού επιπέδου.

Δεν είχε κάνει οικογένεια γιατί ήξερε ότι ναι μεν σαν αστυνομικός ήταν ο άριστος των αρίστων όμως σαν σύζυγος θα ήταν μακριά από οικογενειακά καθήκοντα. Και έτσι τελειομανής που ήταν, δεν θα άντεχε όχι μόνο να ακούσει να του προσάπτουν ελλιπή συμμετοχή του σ’ αυτό που λέμε ‘’συζυγικά καθήκοντα’’ (δεν εννοούμε μόνο το σεξ) καθώς το μυαλό του ήταν διαρκώς απασχολημένο στις υποθέσεις που αναλάμβανε προσωπικά, αλλά σαν τίμιος άνθρωπος που ήταν θα παραδεχόταν αυτήν την ελλιπή συμμετοχή  χωρίς να μπορεί να κάνει κάτι γι’ αυτό. Θεωρούσε ότι μια γυναίκα όσο και αν τον αγαπούσε και όση κατανόηση και αν έδειχνε, θα ερχόταν η στιγμή που τα ‘’θέλω ‘’ της και τα πιο στοιχειώδη δεν θα δεχόταν να μπουν σε δεύτερη και τρίτη μοίρα. Ο Μάνος, αυτό το καταλάβαινε και το εύρισκε σωστό, γι’ αυτό  και έμεινε μαγκούφης που λέμε, μα όχι βέβαια και ανέραστος… Αυτό εννοείται. Οι επιδώσεις του και στον τομέα αυτό για Αριστείο!

Ήταν ένα παλληκάρι που ήξερε να αγαπά, να παθιάζεται και να δίνει μέχρι εκεί όμως που τον έπαιρνε, που του ήταν επιτρεπτό, όπως προείπαμε και ελπίζουμε να έγινε κατανοητό…

Πήγε λοιπόν σε έναν πολύ γνωστό γραφολόγο και αυτό που εκείνος του είπε τον εξέπληξε:

«Όχι φίλε μου η ζωή σου δεν κινδυνεύει από αυτόν τον τύπο. Ο ‘’βελάκιας’’ δεν είναι εγκληματίας. Να σε φοβίσει θέλει και ίσως να σου επιστήσει την προσοχή σου σε κάτι. Δεν μπορώ βέβαια να ξέρω τι είναι αυτό».

«Να με φοβίσει βρε Δημήτρη μου να μην κάνω τι;»

«Σου είπα, δεν ξέρω. Αυτό είναι δική σου δουλειά να το ανακαλύψεις. Σε κάθε περίπτωση, άσε και θα δούμε. Περισσότερο από βέβαιο είναι ότι σε  τακτά ή… άτακτα χρονικά διαστήματα θα έχεις ραβασάκια του είδους αυτού. Και με αυτόν τον τρόπο. Το μόνο σίγουρο. Όπως και να ’χει, ο τύπος πέτυχε το πρώτο στάδιο του σκοπού του, να σου κεντρίσει δηλαδή το ενδιαφέρον. Λάθος κάνω Μάνο;»

Πράγματι, την επόμενη κιόλας μέρα, καθώς έβγαινε από το σπίτι του κλειδώνοντας την εξώπορτα της μονοκατοικίας του, τσουπ και το γνωστό βελάκι ήρθε και καρφώθηκε εκατοστά πιο μακριά από το δεξί του χέρι. Αστραπιαία γυρίζει να δει τον αποστολέα, μα δεν είδε παρά αδιάφορους ανθρώπους να βαδίζουν στον δρόμο και άλλους επίσης αδιάφορους να στέκονται στο περίπτερο με μια εφημερίδα στα χέρια διαβάζοντας προφανώς κάτι πολύ πιο ενδιαφέρον από του να ρίχνουν χαζά βελάκια. Δύο, τρεις μαθητές με τις μανάδες τους, είδε να πηγαίνουν στο γειτονικό σχολείο περπατώντας βιαστικά, προφανώς για να προλάβουν την πρωινή προσευχή. Κανείς άλλος που να τραβήξει ιδιαίτερα  την προσοχή του. Έβγαλε το χαρτάκι  από το βέλος που το κράτησε προσεκτικά με το μαντήλι του, γιατί το είχε σκοπό να το πάει για τυχόν αποτυπώματα. Δεν ξέρεις καμιά φορά. Μπορεί ακόμη και σε τόσο μικρές επιφάνειες να βρεθούν αξιοποιήσιμα δακτυλικά αποτυπώματα. Ζήτημα τύχης.

Το χαρτί έλεγε:

«Κακή σου μέρα Μπάτσε. Πανάθεμα σε. Γιατί να υπάρχουν στον κόσμο τέτοια πλάσματα εγωπαθή σαν εσένα; Τι καλά που θα ήταν, κάποιος να αναλάμβανε την πλήρη εξάλειψή σας!!! Πόσο ωραιότερος θα ήταν ο κόσμος τούτος!!! Η ζωή για μας τους υπόλοιπους, θα ήταν πολύ καλύτερη, ως προς αυτόν τον τομέα έστω. Και όπως ίσως κατάλαβες προς τα εκεί εστιάζω την προσοχή μου».

Ο Μάνος βλαστήμησε μέσα του. Και ήταν πρωί. Και δεν είχε πιει ούτε έναν καφέ ακόμα…

Πολύ άσχημο ξεκίνημα της ημέρας και η δουλειά στο γραφείο που τον περίμενε όπως πάντα απαιτητική και το χειρότερο βιαστική. Αν ο ‘’βελάκιας,’’ όπως τον είχε βαφτίσει ο γραφολόγος, επεδίωκε να τον αποσυντονίσει σπάζοντας τα νεύρα του, τα είχε ψιλοκαταφέρει, αν ο Μάνος ήθελε να είναι εντελώς ειλικρινής με τον εαυτό του.

Ξανακοίταξε γύρω του προσεκτικότερα, μα τίποτα δεν κίνησε περισσότερο την υποψία του για το ποιος μπορεί να ήταν ο πρωινός ενοχλητικός περίεργος επισκέπτης με τα παράξενα ανώνυμα μπιλιετάκια του. Αν όμως έκρινε από τη φορά που είχε και το βέλος που καρφώθηκε ξυστά δίπλα στο χέρι του θα πρέπει να ήταν το πολύ μέχρι το περίπτερο αφ’ ενός και η επιδεξιότητα του σκοπευτή άριστη. Και το χθεσινό του ερώτημα επανήλθε: Αυτοσχέδιος εκτοξευτήρας; Καλής τεχνολογίας; Ή δια χειρός εποίησεν; Που σημαίνει πολύ απλά, πως ο μπάσταρδος έριχνε τα βέλη με το χέρι όπως ρίχνουν τα αγόρια στη ρόδα που έχουν κρεμασμένη στον τοίχο του δωματίου τους και κατατρυπούν τον τοίχο ολόγυρα, κάνοντας τη μάνα τους να απειλεί Θεούς και δαίμονες, αλλά που τίποτα δεν καταφέρνει τελικά ή δόλια! Αλλά σ’ αυτήν την περίπτωση Η ΑΠΟΣΤΑΣΗ παίζει τον πρωτεύοντα ρόλο. Και ο Μάνος δεν είδε σίγουρα ΚΑΝΕΝΑΝ ούτε άντρα ούτε γυναίκα να βρίσκονται κάπου κοντά του την επίμαχη στιγμή.

‘’Καλά κερατά. Πού θα μου πας; Θα σε πιάσω. Δεν θα σε πιάσω λες; Και το ξύλο που έχεις να φας δεν περιγράφεται μακάρι να με καλέσουν σε απολογία για υπέρβαση καθήκοντος. Για μια και μοναδική φορά στη ζωή μου θα το απολαύσω. Θα το ευχαριστηθώ.’’ μονολόγησε μπαίνοντας στο αυτοκινητάκι του. Μπαίνοντας, του φάνηκε ότι πήρε το μάτι του μια κίνηση στην καρότσα ενός μικρού φορτηγού που ήταν παρκαρισμένο στο πάρκινκ απέναντι στο σπίτι του. Μα δεν γύρισε να βεβαιωθεί αν κάποιος του έπαιζε τον κρυφτούλι. Αρκέστηκε να φωτογραφίσει με την πολαρόιντ του μυαλού του το φορτηγό. Και τούτο, γιατί δεν ήθελε να δείξει ότι αντελήφθη την ανεπαίσθητη κίνηση που του φάνηκε πως είδε.

‘’Ο κανάγιας, όποιος και αν είναι, τώρα θα γελάει εις βάρος μου. Άντε και θα δούμε ποιος θα γελάσει τελευταίος,’’ σκέφτηκε.  

Στο γραφείο του, τον περίμενε ένας τέτοιος φόρτος εργασίας που γρήγορα ξέχασε τόσο τα βέλη, όσο και να πάρει τηλέφωνο το κορίτσι του που είχε τρεις ημέρες να το δει. Καταντούσε παρεξηγήσιμη και εκνευριστική η αμέλειά του. Ε, όχι κι’ έτσι βρε φίλε, όχι και έτσι πια. Δεν θα έχει δίκιο η κοπέλα να παραπονεθεί; Όμως όχι. Δεν παραπονιέται και αυτό είναι πολύ περίεργο για γυναίκα και μάλιστα ερωτευμένη. Ή μήπως είναι αδιαφορία; Α, όχι. Ειδικά αυτό δεν το άντεχε. Σε μια σχέση του, τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο τον είχε πάντα αυτός, ήταν απαραβίαστο θέσφατο!!! Πέστε τον εγωιστή, πες τε τον αυτάρεσκο, αυτός ήταν που είχε τον πρωταγωνιστικό ρόλο… έτσι τουλάχιστον συνέβαινε μέχρι τώρα. Λες να άλλαξαν τα πράγματα Μάνο; Λες επιτέλους να βρήκες έναν δάσκαλο που θα σου διδάξει ότι τα πράγματα δεν είναι κατά πώς τα θέλεις εσύ πάντα; Και ότι η  υπομονή έχει και κάποια όρια τα οποία πάντα εσύ ξεπερνάς ελαφρά τη καρδία, και με το πρόσχημα της δουλειάς και του εξ’ αυτής καθήκοντος; Θα δείξει Μάνο, θα δείξει. Πάντως ότι σε νοιάζει, είναι γεγονός και μη μας λες όχι, γιατί και να το πεις εμείς δεν σε πιστεύουμε… 

Εκεί γύρω στις 11π.μ. κτυπά για ακόμη μια φορά το τηλέφωνο και μια φωνή που δεν ξεχώριζε αν ήταν γυναίκας ή άντρα του λέει:

«Ποιον συνάνθρωπό μας άραγε θάβεις αυτή τη στιγμή μπάτσε; Με τέτοια εμπειρία στο θάψιμο που έχεις, μόλις πάρεις την σύνταξή σου, να ανοίξεις κανένα πεθαμενατζίδικο.’’ Γραφείο Τελετών,’’ επί το επισημότερο. Θα θησαυρίσεις, άκου με που σου λέω. Αυτά. Άντε και κακή σου μέρα».

Ο Μάνος δεν είπε λέξη. Μα με το κατάλληλο κασετόφωνο που ήταν προσαρμοσμένο στην συσκευή του τηλεφώνου κατέγραφε το μήνυμα του ‘’βελάκια.‘’ Δεν του έδωσε βέβαια τα διαπιστευτήριά του εκείνος, αλλά από τα συμφραζόμενα αυτό κατάλαβε, ότι δηλαδή ήταν αυτός.

Σε γραφολόγο είχε πάει, όπως και είπαμε.

Σε ειδικό τεχνικό επίσης.

Τώρα θα πήγαινε και σε γλωσσολόγο να του αναλύσει τη φωνή. Να ήταν γυναίκα, ή άντρας; Για γυναίκα λίγο χλωμό το έβλεπε. Τόσο δεινή σκοπεύτρια Ολυμπιακών προδιαγραφών δεν νομίζει ότι υπάρχει. Αυτό πίστευε, και άδικο δεν είχε να το πιστεύει. Όποιος πάντως και αν ήταν τα κατάφερε να του χαλάσει τη μέρα. ‘’Καλάάάά, καλάάάά, φίλε. Κάνε παιχνίδι και τα λέμε οι δυο μας.’’ μουρμούρισε ξανά και με τη δουλειά του απορροφήθηκε τόσο πολύ, που τα κατάφερε να ξεχάσει την ιστορία με τα βέλη και τα ανώνυμα τηλεφωνήματα.

Γύρω στις 2.30, όταν οι περισσότεροι συνάδελφοί του πήγαν για φαγητό,  αυτός παράγγειλε έναν διπλό πικρό καφέ και ένα τοστ από το κυλικείο του Αστυνομικού Τμήματος, όχι γιατί πεινούσε αλλά έτσι σαν από συνήθεια και κάθισε στην στριφογυριστή καρέκλα του γραφείου του για να φάει.

Μα βρε συ Μάνο, όχι πια και τέτοια συμπεριφορά απέναντι στον εαυτό σου. Να σε πάρει η ευχή του θεού, να σε πάρει. Ούτε ένα φαγητό της προκοπής δεν γίνεται να φας σαν άνθρωπος; Και αυτό το λες ζωή, φίλε μπάτσε; Μην αυταπατάσαι. Όχι, δεν είναι αυτή ζωή, για έναν άντρα 40 χρόνων. Οι μοναχοί στο Άγιον Όρος τρώνε χίλιες φορές καλύτερα και σωστότερα από σένα, παρά τους περιορισμούς. Και καλά εσύ, μα το κορίτσι σου μωρέ; Δεν μας λες, πότε ήταν η τελευταία φορά που την έβγαλες έξω για ένα ποτό έστω; Θυμάσαι; Να σου το θυμίσω εγώ. Ήταν τότε πριν τρεις μήνες, που σου είπε ότι ήταν η …γιορτή σου!!!... Ούτε και αυτήν είχες θυμηθεί. Τρομάρα σου…

Πάνω σ’ αυτήν τη σκέψη είπε να πάρει τη Δήμητρα τηλέφωνο να της πει ένα αμήχανο ‘’γεια’’ όχι από αυτά τα αυτονόητα και τετριμμένα, αλλά, ένα ζεστό και τρυφερό ’’γεια‘’ σου, πράγμα τόσο ασυνήθιστο ως εάν κάποιος να του έλεγε ότι την επομένη δεν θα πήγαινε Γραφείο λόγω… αργίας!

Μα η Δήμητρα δεν ήταν σπίτι. Ούτε στο κινητό απαντούσε. ‘’Η κλήση σας προωθείται…’’

Ε, και που προωθείται τι κέρδιζε εκείνος; Τώρα, πού ήταν;    

‘’Έλα βρε κορίτσι μου, πού είσαι; πού είσαι με τόσους βιτσιόζους να κυκλοφορούν ελεύθεροι σαν και τούτον εδώ τον ‘’βελάκια’’ τον δικό μου;’’     Τι ήταν να κάνει αυτή τη σκέψη; Και αν αντί αυτού του ιδίου τα έβαζε με το κορίτσι του που όσο να’ ναι είναι πιο εύκολος στόχος από κείνον, τι γίνεται τότε;

‘’Α, όχι Δήμητρα. Μην αρχίσω και ψάχνω για σένα τώρα; Όχι που να πάρει!‘’

«Μήτσο», φώναξε τον αστυφύλακα βοηθό του. «Κάνε μου μια χάρη φίλε. Είναι χάρη προσωπική όχι της υπηρεσίας μας. Πήγαινε μέχρι το σπίτι της Δήμητρας και δες τι παίζει. Γιατί κάτι δεν μου πάει καλά σήμερα με αυτήν της την απουσία και την τηλεφωνική σιωπή της. Αν είχε κάπου να πάει θα μου το είχε πει για να μην ανησυχώ καλή ώρα σαν και τώρα. Ξέρει τι σπαστικός είμαι  όταν δεν ξέρω πού βρίσκονται οι δικοί μου άνθρωποι. Πήγαινε και αν δεις κάτι περίεργο τηλεφώνησέ μου στο ιδιαίτερο τηλέφωνό μου και έφτασα αμέσως. Ευχαριστώ φίλε».

Και ο Μάνος κάθισε να πιει τον καφέ του που είχε κρυώσει και ήταν για πέταμα. Για το τοστ ούτε λόγος. Ούτε που το ακούμπησε.  

Καλά Μάνο μη φας. Όταν αναγκαστείς να αντιμετωπίσεις την ‘’άσπρη μπλούζα’’ με τις απαγορεύσεις της τις προτροπές της που τώρα σου φαντάζουν αδιανόητες έλα να τα ξανασυζητήσουμε.

Για ποια ‘’άσπρη μπλούζα’’ ομιλώ; Ρωτάς… και σε είχα για έξυπνο…

Και να, το ιδιαίτερο τηλέφωνο κτυπά και ο Μάνος γεμάτος αγωνία το σηκώνει: «Έλα Μήτσο τι γίνεται;» ρωτάει.

«Μόνο Μήτσο δε με λένε μπάτσε, η ‘’σκιά ‘’σου αν θες να πεις, πες με. Λοιπόν άκου. Το κορίτσι σου, να πάψεις να το θεωρείς ΣΟΥ. Όταν αυτό το κάνεις, ίσως κι’ εγώ το σκεφτώ και δεύτερη φορά και πάψω να ασχολούμαι μαζί σου. Δεν μου είναι διόλου ευχάριστο, πίστεψέ με, να σε βάζω στο σημάδι αφ’ ενός και αφ’ ετέρου να αντικρίζω τα αντιπαθητικά σου μούτρα. Κοίταξε λοιπόν τις όποιες δουλειές σου και μακριά από τη Δήμητρα. Ούτως ή άλλως στη χάση και στη φέξη τη βλέπεις την άτυχη κοπέλα».

«Ποιος είσαι συ ρε χαμένε που θα μου ορίσεις τι να κάνω ή να μη κάνω στη ζωή μου; Ποιος είσαι γενναίε άντρα που κρύβεσαι πίσω από ανώνυμα τηλεφωνήματα και δεν έχεις το θάρρος να μου φανερωθείς; Άκου, φανερώσου και σου δίνω τον λόγο μου ότι στην υπόθεση δεν θα ανακατέψω την υπηρεσία και τα εξ΄ αυτής ευεργετήματα για να σε κλείσω στη στενή. Σαν ίσος προς ίσον θα αντιμετωπιστούμε. Αν κατάλαβα καλά είσαι ο απαγωγέας της;»

«Όχι, που ο διάολος να σε πάρει και σένα και την εξυπνάδα σου για την οποία και είσαι τόσο υπερήφανος. Είμαι κάποιος που νοιάζεται γι’ αυτήν και δεν μπορώ να βλέπω να χαραμίζει τη ζωή της με σένα πλάι της. Ξεκουμπίσου λοιπόν και ξέχνα την. Θα είναι ίσως και η μόνη καλή πράξη που θα έχεις διαπράξει στη ζωή σου».

Όσην ώρα του μιλούσε ο ‘’βελάκιας’’ ο Μάνος κατέγραφε την ομιλία Και εκείνο που του έκανε τρομερή εντύπωση ήταν, πώς και αυτός γνώριζε το απόρρητο τηλέφωνό του που το γνώριζαν μόνο τρία άτομα:ο Μήτσος ο βοηθός του, ο Προϊστάμενός του και η Δήμητρα. Από ποιον λοιπόν εξ ‘ αυτών των τεσσάρων, του εαυτού του συμπεριλαμβανομένου, υπέκλεψε το τηλέφωνο; Να λοιπόν από πού έπρεπε να αρχίσει την έρευνα. Μα εντωμεταξύ, τι γίνεται με τη Δήμητρα; Ο Μήτσος ακόμη δεν τον είχε πάρει τηλέφωνο. Και άλλο δεν άντεχε να κάθεται και να περιμένει με τα χέρια δεμένα για ένα τηλεφώνημα που δεν το έβλεπε να γίνεται. Σηκώθηκε,  κατέβηκε στο δρόμο, πήρε το περιπολικό, και οδηγώντας μόνος του κατευθύνθηκε προς το σπίτι της Δήμητρας που δεν απείχε ούτε τέσσερα χιλιόμετρα το πολύ, από το αστυνομικό Τμήμα. Στο κτύπημα του κουδουνιού  της δεν του απάντησε κανείς, μα ούτε και το Μήτσο είδε κάπου εκεί τριγύρω. Άλλο και τούτο. Τι έγινε με όλους σήμερα; Τους κατάπιε μια εκκωφαντική σιωπή; Μα όλους;… Δικούς, φίλους συνεργάτες και εχθρούς; Όλους; Συνεννοήθηκαν να τον τρελάνουν σήμερα;

 Αχ βρε Μάνο, βρε Μάνο… Στο κέντρο του κόσμου πάντα εσύ, εσύ, εσύ. Για χάρη σου λες να σιωπούν άπαντες σήμερα;

Ο Μάνος, για πρώτη φορά στη ζωή του της υποσχέθηκε -της… ζωής του!- ότι αν όλα κατέληγαν καλά και δεν είχε συμβεί κάτι το τρομερό, θα άλλαζε τροπάρι. Θα υπήρχε βέβαια η υπηρεσία του, σύμφωνοι, της ήταν αφοσιωμένος, μα υπήρχε και η Δήμητρα. Υπήρχε Και ΑΥΤΟΣ. Έδωσε σιωπηρή υπόσχεση ότι θα άλλαζε την καθεστηκυία τάξη του.

Και εκεί που οι μαύρες σκέψεις του τον έπνιγαν και ακουμπώντας στο περιπολικό κοιτούσε τα κλειστά παράθυρα της καλής του, στον δεύτερο όροφο της πολυκατοικίας της, αισθάνθηκε σαν κάτι να κτύπησε το πηλήκιό του. Το βγάζει, και βλέπει στο φουσκωτό του μέρος, το γνωστό βελάκι με το συνοδευτικό του σημείωμα.:

«Εδώ την ψάχνεις χαμένε;;; ΕΔΩ;;; Στο Νοσοκομείο είναι, εκεί όπου ΕΣΥ την έστειλες που ο διάβολος να σε πάρει καταραμένε. Σιγά μη σου πω και σε ποιο Νοσοκομείο. Γλύτωσε -αν γλύτωσε– από του Χάρου τα δόντια, να σε δει μπροστά της και να μπει ξανά μανά στην Εντατική; Σ’ αφήνω μόνο σου με τις τύψεις σου, αν ξέρεις τι σόι πράγμα είναι αυτές…»    

Τι του έλεγε ο θεόμουρλος αλήτης; Για ποιο Νοσοκομείο μιλούσε και για ποιες τύψεις; Ποιος ξέρει με ποιον άλλον τον είχε μπερδέψει. Έτσι και τον είχε στα χέρια του θα έβλεπε ποιος χρειαζόταν την Μ.Ε.Θ.

‘’Αχ βρε Δήμητρα κορίτσι μου πού είσαι;’’

Κτυπά το προσωπικό του τηλέφωνο:

«Αρχηγέ, δεν ξέρω στ’ αλήθεια τι γίνεται. Κάτι το σοβαρό θα πρέπει να έπαθε η δεσποινίς Δήμητρα. Ο θυρωρός της πολυκατοικίας της την πήγε στο Νοσοκομείο αλλά η γυναίκα του δεν ξέρει να μου πει σε ποιο. Της έδωσα το τηλέφωνό σου, έτσι και επικοινωνήσει μαζί της να τον ρωτήσει και να σε πάρει μετά εσένα να σου πει. Εγώ εντωμεταξύ, έμαθα ποια εφημερεύουν και θα τα πάρω με τη σειρά να μάθω από τα γραφεία κίνησης ασθενών πού είναι . Σ’ αφήνω αρχηγέ και κουράγιο».

‘’Τι έπαθες μωρό μου, τι έπαθες που ο μουρλός με τα βελάκια το ξέρει κι’ εγώ  ο άνθρωπός σου, αγρόν ηγόραζα που λένε. Γιατί δεν με ειδοποίησες;’’

Και ο Μάνος άκουσε, και θα έπαιρνε όρκο γι’ αυτό, τον αδυσώπητο εαυτό του να του απαντά: «Να σε ειδοποιήσει; Και να αφήσεις το υπερπολύτιμο καθήκον σου, της υπηρεσίας σου για να τρέχεις πίσω από γυναίκες σε γιατρούς; Παίζει; Δεν παίζει».

Ωχ και στο διάβολο το γραφείο και τα καθήκοντα. Άλλωστε δεν ήταν δα και αναντικατάστατος. Τόσοι άξιοι συνάδελφοι υπήρχαν εκεί μέσα. Δεν ήταν αυτός όπως κακώς νόμιζε, το Άλφα και το Ωμέγα της Αστυνομίας…  Αργά βέβαια το κατάλαβε. Και σαν τρελός άρχισε κι’ αυτός να ψάχνει τα Νοσοκομεία. Σ’ αυτό τουλάχιστον στάθηκε τυχερός. Στο πρώτο που πήγε, ήρθε φάτσα με φάτσα με τον θυρωρό της Δήμητρας. Δεν μπορεί να έκανε λάθος. Αυτός ήταν.

«Καλημέρα κυρ Μηνά. Τι κάνεις;»

«Α, εσύ είσαι αφεντικό; Τη Δήμητρα έφερα εδώ».

«Και τι έπαθε η Δήμητρα κυρ Μηνά; λέγε μου».

«Ακριβώς να σου πω δεν ξέρω, είχε αιμορραγία. Το μωρό αν κινδύνεψε δεν ξέρω επίσης. Δεν το είπαν σε μένα οι γιατροί και καθώς δεν υπήρχε κανείς δικός της άνθρωπος, δεν είπαν και σε κανέναν τίποτα;»

«Κυρ Μηνά, για τη Δήμητρα τη δικιά μου μιλάμε, έτσι; Η Δήμητρα έγκυος;» «Τι είπες αφεντικό; ΕΜΕΝΑ ρωτάς αν το κορίτσι σου είναι έγκυος; Τι άλλο θα ακούσω σήμερα Θεέ μου; Εκείνο που έχω να σου πω, είναι να πας να ρωτήσεις τους υπεύθυνους γιατρούς να σου πουν τι ακριβώς γίνεται. Εγώ άλλο δεν χρειάζομαι μιας και είσαι εσύ εδώ. Περαστικά αφεντικό, περαστικά…»

Τα συναισθήματα του Μάνου, ένας σωρός απείθαρχα συσσωρευμένος περισσότερο στην καρδιά παρά στο μυαλό. Το κορίτσι του σε κίνδυνο. Και σε κατάσταση εγκυμοσύνης; Το μυαλό του σιγά σιγά μετά από την καρδιά άρχισε να ρολλάρει φυσιολογικά. Λες βρε σ’ αυτήν την ιστορία να έπαιξε τον ρόλο του ο ‘’βελάκιας’’; Να την θεώρησε ευκολότερο εκείνου θύμα και να της επιτέθηκε; Αλλά πάλι, αν έκρινε από τα ραβασάκια του, δεν φάνηκε εχθρικά διακείμενος προς την κοπέλα. Το αντίθετο θα έλεγε. Φερόταν σαν υπερασπιστής της, σαν όλη αυτή η ιστορία με τα βέλη να ήταν ένα είδος μομφής εναντίον του, πεπεισμένος ότι ο Μάνος νοιαζόταν ελάχιστα για το κορίτσι.

Προς αυτήν την κατεύθυνση στράφηκαν οι σκέψεις του Αστυνομικού, και προς τα κει θα άρχιζε να κινείται για να βγάλει μιαν άκρη για το ποιος είναι. Ίσως κάποιος κοινός γνωστός τους και φίλος περισσότερο της Δήμητρας βέβαια. Ναι… ναι… ΝΑΙ. Αυτό ήταν. 

Τώρα προείχε όμως η ίδια η κοπέλα.

Από το γραφείο κινήσεως και μετά από τις πληροφορίες τον ενημέρωσαν ότι μπορούσε να την δει. Ήταν στο δωμάτιό της αριθμός 10, στο γυναικολογικό τμήμα. Ο εφημερεύων μαιευτήρας γυναικολόγος τον καθησύχασε ότι δεν κινδύνευε ούτε η μητέρα ούτε το κυοφορούμενο αγοράκι. Υπήρξε μια αρκετά μεγάλη ρήξη του πλακούντα εξ’ ου και η αιμορραγία. Αύριο θα πάρει εξιτήριο. Στο σπίτι της θα καθίσει λίγες ημέρες στο κρεβάτι και όλα θα πάνε κατ’ ευχήν, είπε στο έκπληκτο πάντα αστυνομικό ο γιατρός, κτυπώντας τον ελαφρά και ενθαρρυντικά στην πλάτη. Επιφυλάχθηκε δε, να τους δώσει ακριβείς οδηγίες για το πώς θα κινηθούν από δω και πέρα. Χρειαζόταν μια περαιτέρω προσοχή καθ’ όσον θα έμπαινε η κοπέλα όπου να’ ναι στον 7ο μήνα της κυήσεως. Κτλ. κτλ….

 Μα για στάσου ύψιστε Θεέ. Μπορεί ο Μάνος να ήταν ένα ατρόμητο παλληκάρι που δεν ήξερε τι θα πει φόβος, μα σήμερα του έπεσε δόση μαζεμένη από απίστευτα πράγματα για να πεις ότι θα έμενε απαθής.

Ο ‘’βελάκιας’’, κατ’ αρχήν.

Το μήνυμα ότι η Δήμητρα είναι στο Νοσοκομείο.

Η πληροφορία από τον κυρ Μηνά ότι είναι έγκυος.

Η επιβεβαίωση από το γιατρό για την προχωρημένη εγκυμοσύνη και ότι θα γίνει πατέρας ενός αγοριού σε 2-3 μήνες… 

Οι τεράστιες τύψεις του που ξεπήδησαν σαν μαινόμενες ερινύες και όρμησαν να τον κατασπαράξουν .

Και τέλος η ντροπή του, που αυτός ο έξυπνος άντρας που νοιαζόταν για τα κοινά, δεν γνώριζε τι συμβαίνει στο σπίτι του -όχι ακριβώς στο σπίτι του-. Και ξέρετε γιατί; Γιατί, τον εαυτό του τον έβαζε πίσω από το καθήκον και η Δήμητρα σαν μέρος αυτού του εαυτού έπαιρνε και αυτή την ίδια με αυτόν  θέση.

Έξω από το δωμάτιο της καλής του δείλιασε να μπει. Τον βάραινε απίστευτα η ντροπή που ένιωθε. Έτσι, δεν είχε ξανά αισθανθεί ποτέ. Του έφερνε η ντροπή, αληθινό, σωματικό πόνο. Πώς θα την κοιτούσε στα μάτια, τι δικαιολογία θα εύρισκε να της πει που δεν είχε προσέξει καν την αλλαγή στο σώμα της όσο λίγα κιλά και αν είχε πάρει. Ε, ναι φίλε, δεν υπάρχει δικαιολογία.

 Ωραία. Και εκείνη; Εκείνη γιατί δεν του είπε το παραμικρό; Τόσο υπεράνω πια; Για να μην τον επιφορτίσει και άλλο; Και πότε θα του το έλεγε; όταν γεννούσε;

Α, όχι και συ Δήμητρα να προεξοφλείς τι θα έκανε εκείνος, και πώς θα το χώνευε που ξαφνικά θα γινόταν πατέρας! Παραδέξου το. Έκανες και συ τα λάθη σου. Μα δεν είναι τώρα ώρα για καταμερισμούς ευθυνών και λαθών. Και: «Όλα καλά θα πάνε μωρό μου θα το δεις» της είπε φέρνοντας το χεράκι της που κρατούσε, στα χείλη του και το φίλησε με άπειρη τρυφερότητα. «Δήμητρα, εγώ ο άχρηστος, να γίνω πατέρας; Δεν το πιστεύω. Αλλά και γιατί όχι; ΤΙ λες πως χρειάζεται να κάνω; Μια απλή αναθεώρηση προτεραιοτήτων και καθηκόντων».

«Μάνο μου, σε παρακαλώ έως ότου γεννήσω, κάνε μου μια και μόνο χάρη. Μη ξανακούσω τη λέξη καθήκον. Στη σχέση μας τουλάχιστον. Ας είναι να υπάρχει μόνον στην υπηρεσία σου. Στην οικογένεια προέχει το συναίσθημα, αυτό είναι που θα σου δείξει ποιες είναι οι προτεραιότητές σου».

Εκείνη τη στιγμή μπήκε στο δωμάτιο ένα νέο παιδί, θα ήταν δεν θα ήταν 17 χρόνων.

«Μίλτο, πάλι το έσκασες από το σχολείο σου; Τι θα κάνω εγώ με σένα μου λες;»

«Βe cool Μιμή μου, δεν έκανα σκασιαρχείο. Σχολάσαμε μια ώρα νωρίτερα και ήρθα εδώ σφαίρα».

«Μάνο μου, να σου συστήσω τον μικρό μου αδερφό, είναι 17 ετών και το παίζει πατέρας μου. Από τότε που χάσαμε τους γονείς μας στο τροχαίο που σου είπα δείχνει υπέρμετρη προστατευτικότητα. Από τη μία μου αρέσει αυτό, από την άλλη όμως δεν θέλω να βαραίνουν τους νεαρούς του ώμους  τέτοια οικογενειακά βάρη». Είπε η Δήμητρα και φίλησε τα μάγουλα του αδελφού της με τα αραιά γενάκια που άφηνε αξύριστα για να δείχνει μεγαλύτερος.

Του Μάνου του έκανε εντύπωση το σοβαρό ύφος αυτού του νεαρού το τόσο αταίριαστο με την ηλικία του.

Άλλη μια έκπληξη. Η Δήμητρα, ούτε για τον αδελφό της, του είχε μιλήσει ποτέ. Μα γιατί άραγε; Επίσης του έκανε εντύπωση ότι την ώρα που η Δήμητρα έκανε τις συστάσεις, ο νεαρός απέφυγε να αντιχαιρετήσει το απλωμένο χέρι που του έτεινε.

Και οι σκέψεις του με ρυθμό ριπής πολυβόλου έπαιρναν τη θέση τους στο puzzle το γνωστό και αμοντάριστο. Αυτό του ‘’βελάκια. ’’  

Ήταν σίγουρος. Το ένστικτό του τού έλεγε ότι ήταν ΑΥΤΟΣ. Αυτός που ήθελε να κάνει, τον απορροφημένο από την καθεστηκυία τάξη του αστυνομικό, να στρέψει το βλέμμα του στην αδελφή του που είχε την ανάγκη του ΤΩΡΑ, περισσότερο από ό, τι θα τον είχε στην ζωή της ποτέ.

 Ήταν τόσο σίγουρος μέσα σ’ αυτά τα ελάχιστα λεπτά, ότι ήταν ΑΥΤΟΣ, ώστε μισοχαμογελώντας και πιάνοντας τον νεαρό από το μπράτσο του είπε:

«Ο.Κ. φίλε. Το μήνυμα ελήφθη, over».

«Ποιο μήνυμα Μάνο μου; τι του λες του Μίλτου;»

«Τίποτα κορίτσι μου, τίποτα. Αντρικές κουβέντες. Τα λέω καλά Μίλτο;»   

«Καλύτερα δεν γίνεται…»

Τ  Ε  Λ  Ο  Σ

***

 

Λένα Μαυρουδή Μούλιου

"Η γιορτή"

Και τώρα τι;

Τι μένει να κάνω; Δεν τελείωσαν όλα;

 ΌΛΑ;

Και το γαμώ το είναι που ΔΕΝ ξέρω γιατί τα πράγματα πήραν αυτήν την τροπή. Τι έφταιξε Θεέ μου, τι;

Αλλά τι ρωτώ; Μη και πρόκειται ποτέ να μου απαντήσεις;

Και ένα βόλι, ένα και μόνο αλλά καίριο, στο κέντρο της καρδιάς, έφερε το αιώνιο σκοτάδι όχι μόνον σε’ σένα που ‘’έφυγες’’ αλλά και σε μένα που έμεινα (γιατί τάχα έμεινα;) να αναρωτιέμαι ξανά και ξανά, το ΓΙΑΤΙ;

 

« Ήταν μέρα γιορτής. Η παρέα, δέκα άτομα όλα και όλα, φίλοι και γνωστοί μεταξύ μας. Κάθε τέτοια ημέρα συναντιόμασταν σπίτι μου, θαρρείς και δίναμε ραντεβού. Όλες οι φορές και η κάθε μια απ’ αυτές πανομοιότυπες,  σαν σε καρμπόν. Η μόνη κάποια διαφορά ήταν πάνω μας, επάνω σε όλους μας, η γνωστή άχαρη πατίνα του Χρόνου, που έκανε τον καθένα μας να λέει  απορώντας ενδόμυχα:‘’ Μα γιατί άλλαξε τόσο πολύ ο Νίκος, η Ειρήνη, και οι λοιποί; Γιατί αφέθηκε έτσι ο Νάσος, πώς και του έφυγαν και τα λίγα μαλλιά που του ‘χαν απομείνει και πώς η Μίνα επέτρεψε στον εαυτό της να πάρει τόσα κιλά; Αναρωτιόμασταν, μην υπολογίζοντας ότι οι φίλοι και για μας, τις ίδιες απορίες θα είχαν οπωσδήποτε. Ο Χρόνος είναι αδυσώπητος για όλους.

Όλα τα ίδια λοιπόν και απόψε. Μόνο που έτσι ξεκίνησε η γιορτή, για να καταλήξει τελείως αλλιώτικα και δυστυχώς τόσο δραματικά.   

Όπως προείπα, ήμασταν δέκα όλοι κι’ όλοι. Ο Διονύσης κι’ εγώ, οι οκτώ φίλοι μας. Ποιος από τους εννέα μας πήρε τη ζωή του Διονύση; Το μπαμ που ακούστηκε μέσα στο σκοτάδι που επικράτησε για ένα τουλάχιστον λεπτό, με το ρελέ κατεβασμένο στον ηλεκτρικό πίνακα, από ποιον μας είχε την αφετηρία του και ΓΙΑΤΙ; Αυτό το ‘’γιατί’’ που τώρα κειτόταν πεσμένο ανάσκελα στο κέντρο το σαλονιού, μπροστά μας.

Απόρησαν όλοι πώς και δε είχαν καταλάβει ότι τόσο θανάσιμο μίσος ελλόχευε ανάμεσά μας και κατάφερε να μην γίνει αντιληπτό από κανέναν μας;

 Άβυσσος η ψυχή τ’ ανθρώπου….

Η αστυνομία ειδοποιήθηκε όχι μόνον από την παρέα, αλλά και από τους γείτονες που όσο να ‘ναι είναι σε θέση να ξεχωρίζουν μια τουφεκιά από όλους τους άλλους θορύβους, όπως π. χ. το σκάσιμο ενός λάστιχου αυτοκινήτου που είναι ο κοντινότερος συγκρίσιμος ήχος μ’ αυτόν ενός πιστολιού. Κατέφθασαν αστραπιαία.

Διέταξαν να μην πειράξουμε τίποτα και εξυπακούεται να μη φύγει κανείς. Εννέα άτομα σε καραντίνα, συν καμιά δεκαριά άντρες της σήμανσης και άλλων ειδικοτήτων, ο Εισαγγελέας και άλλοι. Πλήθος…

Ευτυχώς το σπίτι άνετο και αυτό ήταν καλό για την πεσμένη ψυχολογία όλων μας. Εφιαλτικό πάντως έτσι κι’ αλλιώς. Εννέα φιλικά άτομα και ανάμεσά τους ένας δολοφόνος. Και ένοχοι ή αθώοι να αναρωτιούνται ποιος μισούσε τόσο θανάσιμα τον μακαρίτη τον Διονύση.

Ο Ανακριτής, ένας σχετικά νέος στην ηλικία άντρας με μοντέρνο ντύσιμο και επίσης μοντέρνο κούρεμα μαλλιών, χώρισε τη παρέα των εννέα σε τριάδες κατ’ αρχήν και άρχισε να παίρνει τις πρώτες καταθέσεις ίσως για να σχηματίσει μια αδρή εικόνα έστω.

Μετά κατέταξε όλους σε μονάδες και τελικά έβαλε και τους εννέα μας μαζί, δίνοντας τον λόγο σε όποιον εκείνος θεωρούσε αναγκαίο. Σε μία ώρα είχε τελειώσει το έργο του, κάνοντας όπως μας βεβαίωσε, μία ικανοποιητική αρχή.

«Κυρίες μου και κύριοι δεν σας ανακοινώνω κάτι καινούργιο, ούτε κάτι το ενθαρρυντικό. Μα πρέπει να σας πω ότι κάποιος από σας τους εννέα αφαίρεσε τη ζωή αυτού του ανθρώπου. Δεν ξέρω ακόμη ποιος είναι αυτός ο αξιότιμος κύριος ή η κυρία, αλλά πιστέψτε με ότι δεν θα είναι δύσκολο για μένα να τον-την- βρω. Ήδη, μια αμυδρά υποψία την έχω, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι θα σας την αποκαλύψω μη όντας σίγουρος 100%.

Κυρία Απέργη» είπε απευθυνόμενος στην οικοδέσποινα, (εμένα δηλαδή) «μιας και δεν υπάρχει οικιακή βοηθός, θα σας θερμοπαρακαλούσα αν είναι δυνατόν, να φτιάξετε καφέδες για όλους μας. Η νύχτα απόψε φοβάμαι θα είναι μεγάλη. Το κονιάκ, το παίρνουμε και μόνοι μας το έχουμε όλοι ανάγκη αν και εν ώρα υπηρεσίας δεν επιτρέπεται. Μην ενοχλείστε, το μπουκάλι το βλέπω στο μπαρ, πες τε μου μονάχα, πού υπάρχουν ποτηράκια…»

Πήγα να φτιάξω τους καφέδες. Τρεις φορές σέρβιρα καφέ αλλά και τις τρεις  φορές δεν τα κατάφερα να βρω τον στόχο μου, τα φλιτζάνια δηλαδή, από το τρέμουλο των χεριών μου. Βρώμησα τον τόπο και τελικά φώναξα τη κολλητή μου φίλη την Ειρήνη, να επιμεληθεί του θέματος Για μένα ήταν αδύνατον. Τι φοβερά συναισθήματα με διακατείχαν! Ο άντρας μου νεκρός στο πάτωμα σκεπασμένος ολόκληρος με ένα άσπρο σεντόνι. Μόλις, τον μετέφεραν στο διπλανό δωμάτιο έως ότου τον πάρουν οι τραυματιοφορείς. Στο απαστράπτον παρκέ του σαλονιού δεν έμεινε παρά το περίγραμμα του σώματός του με κιμωλία όπως είθισται να γίνεται σε τέτοιες περιπτώσεις. Η μεταφορά θα γινόταν μόνο όταν ο κύριος Εισαγγελέας το επέτρεπε.

«Καημένε Διονύση! Ο μόνος που δεν τρέμει εδώ μέσα είσαι εσύ!!! σκέφτηκα με φρίκη…

 

Εμείς οι εννέα κοιτούσαμε ο ένας τον άλλον με φανερή καχυποψία και μέσα σε τόσο λίγη ώρα καταφέραμε να γίνουμε από φίλοι, μισητοί ξένοι, ένα κατόρθωμα για το οποίο δεν θα έπρεπε να ήμασταν ιδιαίτερα υπερήφανοι.

 

Ποιος λοιπόν από όλους κέρδιζε από το θάνατο του Διονύση;

Για, να τους πάρουμε έναν, έναν, με την σειρά, αρχής γενομένης από την υποφαινόμενη τη σύζυγο δηλαδή του νεκρού.

Γάμος από τρελό έρωτα. Γνωρίστηκα μαζί του στα τρυφερά χρόνια της νιότης,  αγαπηθήκαμε πολύ.

Κάποια στιγμή ανακάλυψα ότι ο Διονύσης είχε παράλληλες σχέσεις και έκανα την μεγάλη βλακεία μη θεωρώντας τις σημαντικές, να εθελοτυφλώ. ‘’Άντρας χωρίς τις κουτσουκέλες του δεν υπάρχει‘’ έλεγε η συγχωρεμένη η προ-προ-γιαγιά μου. Μα ήταν και οι εποχές άλλες βρε γιαγιά… Μα ο Διονύσης είχε τη γνώμη της γιαγιάς μου και ίσως και της δικής του γιαγιάς, και άφησε την κατάσταση να επιδεινωθεί έχοντας και τη δική μου ανοχή. Μέχρι που φτάσαμε να έχει μακροχρόνιο δεσμό με μια …φίλη μου και μάλιστα φημολογείτο ότι είχαν και παιδί. Δεν καταλήξαμε στο χωρισμό. Και κακώς κάναμε.

Σε μια εκ βαθέων συζήτηση, μου αποκάλυψε τα του δεσμού και του εφήμερου ‘’ανόητου πάθους’’ όπως το χαρακτήρισε, που πάει και τελείωσε. Δεν ανέφερε λέξη για απογόνους και τελείωσε λέγοντας ότι εγώ ήμουνα και θα είμαι η βασίλισσα της καρδιάς του για πάντα και άλλα τέτοια βαρύγδουπα και χαζά. Ερωτευμένη ήμουνα, μα χαζή όχι. Δεν αλλάζει τόσο  εύκολα ούτε συνήθειες ο άνθρωπος ούτε χαρακτήρα. Μήπως και δεν το ήξερα αυτό; Μα οι άντρες σ’ αυτά τα λόγια είναι εύκολοι για να γίνονται πιστευτοί και να χρυσώνουν το χάπι της προδοσίας και κάπως να λειάνουν τις αιχμηρές γωνιές του κέρατου που φυτεύουν αναιδώς στο κούτελο της λεγόμενης νόμιμης συμβίας τους. Γνωστά αυτά.

Φίλοι και γνωστοί μας, απορούσαν με τη δική μου ανοχή. ‘’Μα δεν νιώθει ταπεινωμένη, προδομένη και χαζή;’’ αναρωτιόντουσαν με οίκτο, μη γνωρίζοντας βέβαια τι λούκι ήταν αυτό που περνούσα μόνη μου!Μα τι να έκανα; Δεν μπορούσα να φανταστώ τη ζωή μου χωρίς εκείνον… Και βέβαια, αυτό ήταν το λάθος μου που εκείνος το γνώριζε καλά και βάδιζε πια εκ του ασφαλούς. Το κύριο ερώτημα είναι: ΜΌΝΟΝ εγώ δεν μπορούσα να ζήσω χωρίς εκείνον, ή και κάποια άλλη εξ ίσου ερωτευμένη σαν εμένα με τον Καζανόβα μας;   

 

*

 

Στην παρέα των εννέα και η πέτρα του σκανδάλου και δικός μου εφιάλτης. Εκείνη. Η άλλη. Το πάθος. Η ερωμένη. Το ΑΙΣΘΗΜΑ!

Όσο βρισκόμαστε μαζί, στην ίδια συντροφιά, δεν άφηνε να φανεί ίχνος, όχι δεσμού αλλά μιας επιπλέον του επιτρεπτού οικειότητας. Το ύφος της από αδιάφορο μέχρι ψυχρό. Τέλεια ηθοποιός; Ή ήταν φήμες η όλη ιστορία; Πριν βέβαια ο Διονύσης μου αποκαλύψει τα πάντα, πράγμα που δεν ξέρω αν εκείνη γνώριζε. Οπόταν άδικα η παράσταση προς εμένα τουλάχιστον. Ο σύζυγος της κυρίας, άραγε γνώστης του ‘’τετραγώνου’’ ποιών και αυτός την νήσσα σαν και μένα ή είχε μέσα στον άκρατο ανδρικό ναρκισσισμό του τελεία άγνοια επαληθεύοντας τη ρήση ότι ο σύζυγος το μαθαίνει το κέρατο όταν αυτό πια δεν μπορεί να μείνει κρυφό άλλο, τουτέστιν τελευταίος…

Τα άλλα τρία ζευγάρια που το μοιραίο βράδυ του φόνου βρίσκονταν στο σπίτι μου ήταν όπως προείπα, η κολλητή μου φίλη η Ειρήνη με τον άντρα της …Επιτρέψτε μου να σημειώσω εδώ, ότι η Ειρήνη, μου είναι αφοσιωμένη όπως ήταν και στον Διονύση πριν γίνει γνωστή η ιστορία με την ερωμένη του.

Γιατί, από κει και ύστερα, ήταν όχι απλά θυμωμένη μαζί του, αλλά μετά βίας την συγκρατούσα να μην του ορμήσει. Έγινε η υπ’ αριθμόν ΕΝΑ εχθρός του.

 Όλη της η αγάπη, η αφοσίωση, η εκτίμηση, η φιλία, μεταλλάχθηκαν σε μίσος, θαρρείς και ο Διονύσης εκπροσωπούσε όλο το φαλοκρατικό δεσποτισμό τον δεδικασμένα επιτρεπτό, του ‘’ου μοιχεύσεις’’ αλλά μόνο από την πλευρά της γυναίκας!!! Τον σιχάθηκε και δεν δίσταζε να μου το λέει σε κάθε ευκαιρία, πολλές φορές παροτρύνοντάς με να τον στείλω στο διάολο, και αν ήταν εφικτό και πιο πέρα, καλή ώρα όπως έγινε απόψε.

Η καλή μου η Ειρήνη, έκανε τα πάντα να μου γλυκάνει τον πόνο. Όποιος δε από την συντροφιά πετούσε κάποιο υπονοούμενο τον αποστόμωνε άγρια, μόνο και μόνο για να μην ενοχληθώ εγώ. Φίλη πιστή, αληθινή, η καλύτερη. Μα για να είναι αυτή που ο καθένας θα νόμιζε ίσως για δολοφόνο του αξιότιμου συζύγου μου, πολύ απείχε. Όχι. Αυτή δεν ήταν ικανή για κάτι τέτοιο.

 

Το έτερο εκ των δύο ζευγών ήταν ο αχώριστος φίλος του Διονύση μετά της φιλενάδας του, φανερής ερωμένης του. Σε διάσταση με τη νόμιμη σύζυγό του και μητέρα των τεσσάρων παιδιών τους ο αθεόφοβος. Ο εν λόγω κύριος από την στιγμή του φόνου, δεν είχε βγάλει μιλιά. Στον ανακριτή αναγκαστικά άνοιξε το στόμα του και εκείνα που έμεσε εναντίον μου, με άφησαν κατάπληκτη, γιατί αφελώς νόμισα ότι με συμπαθούσε! Εστράφη εναντίον μου και αυτό το διοχέτευσε ευθαρσώς στον ανακριτή. Γι΄ αυτόν, πέραν κάθε αμφιβολίας, ήμουν εγώ η ένοχη.

Και τελευταίο ζευγάρι, ήταν δύο γνωστά μας παιδιά, του Διονύση και δικά μου που μας τιμούσαν με την επίσκεψή τους την ημέρα της γιορτής, και αυτή ήταν όλη και όλη η επαφή τους μαζί μας και με τους υπόλοιπους της συντροφιάς, ή έτσι νομίζαμε. Ήταν κατάχλωμοι, καταρρακωμένοι και συνεχώς δακρυσμένοι και ίσως οι μόνοι που έδειχναν τη συγκίνηση τους για την απώλεια του ανθρώπου και όχι για το ποιος του αφαίρεσε τη ζωή.

 

 

«Ποιος λοιπόν από σας τους εννέα, αγαπητές μου κυρίες και κύριοι;» Ρώτησε ο νεαρός ανακριτής ακουμπώντας με κάποιον όχι και τόσο ευγενικό τρόπο το πιατάκι του καφέ με το φλιτζάνι πάνω στο τραπέζι, αφού είχε στραγγίξει και την τελευταία γουλιά, που προσδοκούσε να τον κρατήσει ξύπνιο αυτή τη παράξενη νύχτα που ούτε η πρώτη και ασφαλώς ούτε και η τελευταία παρόμοια θα ήταν στην καριέρα του. «Δεν περιμένω βέβαια να είμαι τόσο τυχερός ώστε ο δολοφόνος να έρθει και να μου το ομολογήσει. Τυχερός δεν είμαι, ειδικός όμως σε εξιχνιάσεις τέτοιου τύπου, σίγουρα ναι. Σας το υπογράφω ότι αύριο μέχρι αυτή την ώρα το αργότερο, το θέμα αυτό θα πρέπει να θεωρηθεί λήξαν. Γι΄ αυτό, συμβουλή μου προς τον ένοχο είναι να ομολογήσει το έγκλημα το δυνατόν γρηγορότερα, για να τύχει από τον δικαστή ευνοϊκότερης αντιμετώπισης. Αν δε, ο λόγος της δολοφονίας είχε και κάποια σοβαρή δικαιολογία εκ μέρους του θύτη –ξέρει αυτός για τι πράγμα ομιλώ— συνεπικουρούμενη και από τον πρότερο έντιμο βίο, η μεταχείριση θα είναι σαφώς ευνοϊκότερη. Ο φόνος βέβαια, για όποιον λόγο και αιτία δεν είναι μια θεάρεστη πράξη, μα και ο δικαστής άνθρωπος είναι, δεν είναι ρομπότ και τις ευαισθησίες του τις έχει. Σε κάθε περίπτωση ο ένοχος ας σκεφτεί αυτά που είπα και δεν θα βγει ζημιωμένος.

Τελειώνοντας αγαπητοί μου να σας πω ότι δεν θα φύγει κανείς από τους εννέα σας από τούτο το σπίτι για απόψε τουλάχιστον, Κατανοητό; Δύο αστυφύλακες θα μείνουν μαζί σας και το πρωί τα ξαναλέμε. Ελπίζω ο δολο… ο θύτης να πω καλύτερα, να με καλέσει μέσα στη νύχτα. Θα βρίσκομαι στο Αστυνομικό Τμήμα και ιδού το απόρρητο τηλέφωνό μου στη διάθεσή του μόνο για απόψε. Θα περιμένω…» Και ο νεαρός ανακριτής ρουφώντας με πάταγο θα λέγαμε, την απολαυστική τελευταία γουλιά του κονιάκ των 7 αστέρων, απεχώρησε μεγαλοπρεπώς.

 

     

Μεταξύ μας επικράτησε έκδηλη αμηχανία. Πώς θα περνούσε η φοβερή τούτη νύχτα; Για να θελήσει κάποιος να κοιμηθεί φάνταζε απίθανο βέβαια. Από την άλλη, για να αρχίσουμε να κουβεντιάζουμε, με την καχυποψία που βασίλευε πάνω από τα κεφάλια μας σαν μαύρο απειλητικό σύννεφο, κομματάκι απίθανο. Και ποιος να πει τη γνώμη του χωρίς να φοβηθεί μήπως και γίνει στόχος και δευτερώσει το κακό; Επομένως και οι εννέα ήμασταν εν δυνάμει φονιάδες και η ρετσινιά θα έφευγε από όλους όταν και εάν βρισκόταν ο ένοχος. Μάλιστα. Και μακάρι αυτό να γινόταν όπως είχε προβλέψει ο ανακριτής, γιατί αλλιώς άρχισαν να συνειδητοποιούν ότι μαύρο φίδι που τους έφαγε όλους. Και οι περισσότεροι όλο και κάποιον λόγο είχαν για να βγάλουν τον Διονύση από τη μέση.

Και συ κουτέ ανθρωπάκο, που νόμιζες ότι ήσουν κοσμαγάπητος! Έτσι δεν έλεγες σε όλους τους τόνους; Δες πόσο κοσμαγάπητος ήσουν! Ούτε ένα δάκρυ μωρέ, ακόμη και από τον κολλητό σου. Για φαντάσου!!!

 

Κάποια στιγμή κάποιος έριξε την ιδέα να παίξουμε χαρτιά.

Δεν του απάντησε κανείς.

Κάποιος άλλος πρότεινε μια γερή παρτίδα σκάκι, έτσι όπως το έβλεπε απλωμένο, θαρρείς και τους καλούσε, πάνω στο κομψό τραπεζάκι στο πλάι του τζακιού.

Ούτε που κουνήθηκε κανείς. Μόνο τα πνευματικά παιχνίδια μας έλειπαν στα χάλια που ήταν το μυαλό μας.

Κάποια από τις κυρίες πρότεινε να παραγγείλουν πίτσες, δεν θα πέθαναν και αυτοί, από την πείνα έστω…

Μα βρε κυρά μου πώς να έχεις όρεξη για φαγητό με έναν νεκρό στο διπλανό δωμάτιο που άγνωστο γιατί, ακόμη δεν τον είχαν πάρει.

Μια άλλη κυρία και μόνο στο άκουσμα φαγητού πετάχτηκε από τη θέση της με κατεύθυνση το μπάνιο, φως φανάρι τι πήγαινε να κάνει εκεί. Να αδειάσει το στομάχι της φυσικά, όχι να του φορτώσει και άλλο!…

Και τέλος, κάποιος είπε να δουν μια ταινία που διάβασε ότι ήταν ενδιαφέρουσα, αλλιώς πώς θα περνούσε η νύχτα αυτή;

Τι άτιμος που είναι και ο Χρόνος, να μη λέει να κουνηθεί από τη θέση του.

Π. χ.: «Ισιδώρα χαλασμένο είναι το εκκρεμές;» Ρώτησε η Ειρήνη. « Τόσην ώρα ακίνητες οι βελόνες».

«Και τότε Ειρήνη μου πώς και ο κρεμαστός δίσκος κινείται μια δεξιάάά μια αριστεράάά; Δεν είναι σημάδι λειτουργίας αυτό; Μια χαρά είναι το ρολόι. Δεν χάνει λεπτό. Γιατί δεν το συγκρίνεις με το Ρόλεξ σου; Το ρολόι αυτό μετράει πάνω από 85 χρόνια ζωής και δεν έχει πάει στο ρολογά ούτε μία φορά, όπως μου έλεγε ο πατέρας που το είχε στο γραφείο του. Τέτοιοι αξιόπιστοι μηχανισμοί δεν υπάρχουν σήμερα. Το μόνο που απαιτεί, είναι ένα κούρντισμα από καιρού σε καιρό, μια φορά την εβδομάδα ίσως. Ο κτύπος του μας είναι τόσο οικείος που μας νανουρίζει τον Διονύση και μένα, μας νανούριζε ήθελα να πω, είπα, και επιτέλους, ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ, με έπιασαν τα κλάματα.     

Η φίλη μου η Ειρήνη, έσπευσε να με χαϊδέψει κτυπώντας με ελαφρά στην πλάτη.

«Τι θ’ απογίνω Ειρήνη μου; Το  νόημα της ζωής, είναι νομίζω, να έχει η ζωή νόημα, και η δική μου στέρεψε από τα πάντα,» της ψιθύρισα.

Η Ειρήνη με ξανά χάιδεψε χωρίς να πει λέξη και φωναχτά ρώτησε: « Να φτιάξω τσάι για όλους; Από μπισκότα δόξα σοι ο Θεός να ανοίξουμε περίπτερο, από αυτά που όλοι μας φέραμε. Τι λέτε; Μα για σκεφτείτε βρε παιδιά, από δώρο γιορτινό να γίνουν μπισκότα της παρηγοριάς! Τι να πεις! Τα ίδια και με τα κονιάκ. Μα τι μακάβρια σύμπτωση κι’ αυτή!»

Και πάνω σ’ αυτή την κουβέντα ήρθαν και πήραν τον Διονύση.

 Αλλιώς την περίμενε εκείνος την συνέχεια της γιορτής, κάπου έξω, με τρυφερή συντροφιά, όταν οι φίλοι έφευγαν από το σπιτικό του…

Για δες τώρα πού τον πήγαιναν τον μαύρο!!! Εκεί που πηγαίνουν κάποιον που πεθαίνει είτε από περίεργο θάνατο, είτε από παρόμοιο μ’ αυτόν τον δικό του. Νεκροτομεία, ιατροδικαστές, ψυγεία… Και η σφαίρα, ένα τόσο δα πραγματάκι που του τέλειωσε τη ζωή που τόσο αγαπούσε, με στραβό έστω τρόπο. Η πρωταγωνίστρια της βραδιάς.Η σφαίρα.

 Έρευνα βαλλιστική, αναζήτηση του όπλου που την φιλοξενούσε και τα γνωστά… Ασυγκρίτως χειρότερα και από το χειρότερο εφιάλτη του, ούτε καν  τότε που τραυματίστηκε στο στρατό από την οβίδα που έσκασε δίπλα του. Τότε, τον Άγγελο του Σκότους τον άκουγε να πλησιάζει μα τελικά δεν τον γνώρισε. Ενώ τώρα ε; Φιλαράκια πια… μπρ, μπρ, μπρ!!!

 Και στο σπίτι μη νομίζεις. Κι’ εκεί σε λίγο θα τα κάνουν όλα φύλλο και φτερό για να βρουν το όπλο. Γιατί αυτό, δεν έφυγε από κει μέσα αφού κανείς από τους εννιά ούτε μέχρι το περίπτερο για τσιγάρα δεν επιτράπηκε να πάει. Και έτσι και το βρουν, από κει και ύστερα, το νερό σε κάποιο αυλάκι θα μπει και θα κυλήσει γλυκά, προς όφελος των άλλων οκτώ συνανθρώπων που αλληλοκοιτάζονται με στραβό μάτι την παρούσα στιγμή και ώρα.

Και μάντης είσαι;

Πριν καλά καλά δουν το τέλος της πράγματι ενδιαφέρουσας ταινίας, και που να πάρει η ευχή, στο πιο σοβαρό σημείο της, καταφθάνει η σήμανση και οι ειδικοί άντρες της έρευνας καθώς και δυο αστυνομικίνες για την σωματική έρευνα των γυναικών. Έψαξαν να μη πω τώρα μέχρι πού; Ας μην εκχυδαΐσουμε τώρα τη αφήγηση.

Μα όπλο πουθενά.

Από τη στιγμή της πιστολιάς και τη διέλευση δευτερολέπτων έως ότου επανέλθει το ηλεκτρικό ρεύμα, ο δολοφόνος δεν είχε περιθώρια για επιστημονική εξαφάνιση του όπλου όσο και αν είχε σίγουρα προμελετήσει τις κινήσεις του.

Και ως γνωστόν, αν όπλο δεν βρεθεί τα πράγματα σκουραίνουν για το ανακριτικό έργο. Μα οι αστυνομικοί δεν ήταν άπειροι, και αν δεν είχαν δει τα μάτια  τους… Το όπλο δεν θα τους ξέφευγε, μακάρι και να ξήλωναν ακόμη  και το δρύινο δάπεδο που άστραφτε από το παρκέ, όπως και όλο τα σπίτι το ολοστόλιστο, για της γιορτής τη χάρη!!!

«Και δεν μας λέτε κυρία Απέργη, το ηλεκτρικό διεκόπη τη στιγμή της πιστολιάς ή είχε ξανασυμβεί κάποια παρόμοια διακοπή ρεύματος τελευταία;

Πώς είπατε; Και αμέσως μετά το θάνατο του συζύγου σας είχατε μια μικροδιακοπή; Σαν πότε δηλαδή; Αφού είχαμε και μείς έρθει ή πριν; Μάλιστα. Μόλις ήρθαμε. Ναι καλά λέτε, τώρα θυμάμαι που κτυπούσαμε το κουδούνι και δεν ακούγατε και αναγκαστήκαμε να κτυπάμε την πόρτα φωνάζοντας συγχρόνως. Ναι βέβαια, και ήρθατε να μας ανοίξετε κρατώντας αναπτήρες. Ευτυχώς το ηλεκτρικό επανήλθε γρήγορα. Μισό λεπτό να τηλεφωνήσουμε στην Δ.Ε.Η. να επαληθεύσει τη βλάβη.»   

Μα από τις βλάβες τους βεβαίωσαν ότι βλάβη δεν είχε συμβεί σε κανένα τους δίκτυο.

Και αυτό τι σημαίνει ;

Τι θέλει να πει ο ποιητής;

Ότι πολύ απλά κάποιος, ή κάποια, ή κάποιοι, κατέβασαν τον γενικό για να εξαφανίσουν το όπλο ημών παρόντων ίσως, ακόμη. Απίστευτο. Μαφία ο φίλος ή η φίλη. Μελετημένα όλα, ή διαβολικές συγκυρίες; Θα δείξει. Θα δείξει».

 Το σπίτι έγινε φύλλο και φτερό. Πού είσαι Διονύση που ήσουνα υστερικός της τάξης (στα πράγματα, όχι στη ζωή σου )να δεις το μπάχαλο που κάποτε τον αποκαλούσες Ναό της τάξης αυτής.

Και μέσα στο κρυφό συρτάρι του γραφείου βρέθηκε ένα όπλο. Να ήταν αυτό του φόνου άραγε;

Το έστειλαν για ταυτοποίηση express και με τη σφαίρα που έβγαλαν από την καρδιά αγκινάρα του πάλαι ποτέ μεγάλου εραστή η έρευνα απέδειξε ότι το όπλο αυτό ουδεμία σχέση είχε με το έγκλημα πέραν του ότι επρόκειτο για αδελφό όπλο ίδιο δηλαδή με το ζητούμενο.

«Γνωρίζατε την ύπαρξη αυτού του όπλου κυρία Απέργη;»

«Και βέβαια ναι. Ο Διονύσης είχε άδεια οπλοφορίας δεν γνωρίζω μάρκες και λεπτομέρειες αλλά ναι, πρέπει να είναι το όπλο του».  

Ο αστυνομικός, όση ώρα κρατούσε το όπλο που έφεραν πίσω, σκεπτόταν: ‘’κοίταξε τώρα σύμπτωση. Το πιστόλι τούτο είναι καρμπόν με το δικό μου. Πανομοιότυπο.

Α, για μια στιγμή, για μια στιγμή. Το όπλο ΑΥΤΟ είναι το ΔΙΚΟ ΜΟΥ. Α, όχι τέτοια πλάκα παιδιά. Να και το σημάδι, σήμα κατατεθέν το μονόγραμμά μου πάνω του για να το ξεχωρίζω απ΄ αυτά των συναδέλφων μου. ΤΙ ΓΊΝΕΤΑΙ ΕΔΏ; Ποιος μου κάνει αυτή τη χοντρή πλάκα; Και το όπλο που άφησα στο γραφείο μου όταν τη πρώτη φορά γύρισα από τούτο το σπίτι, τίνος είναι; του φούφουτου; Είχα δύο όπλα και δεν το ήξερα; Το άφησα στο τμήμα έτσι βιαστικά που έφυγα ο βλάκας. Χρήστο τρέξε αγόρι μου και φέρε το μου . Είναι πάνω στο γραφείο του επιθεωρητή. Πρόσεξε, πιάσε το με ένα καθαρό μαντήλι, τρέξε αστραπή,» είπε στον ένα από τους δύο αστυφύλακες φύλακες που άφησε ο ανακριτής για τη νύχτα. «Αν είναι ποτέ δυνατόν να βρεθεί το όπλο μου στο συρτάρι του Διονύση. Αν αποδειχτεί, ότι το όπλο που περιμένουμε, είναι το ζητούμενο, όπως υποπτεύομαι, ε, θα τα έχω δει όλα πια, σε τούτη τη ζωή.      

Έξυπνο το κόλπο του δράστη γα να φύγει το όπλο από το σπίτι με την τύχη να συνεργάζεται σκανδαλωδώς μαζί του και να του δίνει τέτοιες συγκυρίες που μόνο ο διάβολος μετέρχεται. Και βάλανε και μένα στο κόλπο, αλλά, αλλά, αλλά. Και πάλι ΑΛΛΑ, το ευλογημένο σημάδι μου τους την έφερε αγαπητοί μου κυρίες και κύριοι. Το πρωί θα δούμε ΑΝ η σφαίρα βγήκε από το πιστόλι που θα φέρει ο Χρήστος .

 Ταχυδακτυλουργία όμως ε;

Και τώρα θυμάμαι, την πρώτη φορά που μπήκαμε στο σπίτι τούτο, άφησα για λίγο το όπλο μου πάνω στο μπουφέ στην προσπάθειά μου να σκύψω από κάτω μη και το είχε κολλήσει ο δράστης εκεί. Θα πρέπει η ανταλλαγή να έγινε αστραπιαία και…  

 

 

 To  πρωί τα πράγματα πήραν το δρόμο τους. Όντως το όπλο του φόνου ήταν αυτό που έφερε ο αστυφύλακας. Ίδια τα δύο όπλα, το ένα όμως μόνο, είχε το ευλογημένο όπως το χαρακτήρισε ο κάτοχός του, σημάδι.

Και ποιος ήταν εκείνος που σε χρόνο ρεκόρ μπορούσε να βάλει το κλεμμένο όπλο του αστυνομικού στο κρυφό συρτάρι του Συγχωρεμένου του Διονύση; Μόνο κάποιος που ήξερε καλά και το μηχανισμό της κρύπτης. Δηλαδή;;;;

Τι κάνει νιάου νιάου στα κεραμίδια; Ο σκύλος;

Από τη γυναίκα σου το βρήκες Διονύση και κανένας εκτός ίσως από τον κολλητό σου δεν την κατηγόρησε, γιατί, της είχες καταρημάξει τη ζωή, της άμοιρης. Ένοχος, η απατημένη σύζυγος, η Πηνελόπη, που περίμενε καρτερικά τον Οδυσσέα της να γυρίσει από τα ατέλειωτα ‘’ταξίδια’’ του σε ‘’ξένες χώρες,’’ υποφέροντας μόνη της, ταπεινωμένη.

 Εξοργισμένη, πια δεν άντεξε άλλο. Σαν είδε και την ερωμένη να ανταλλάσει ματιές όλο νόημα με τον Λατίνο εραστή μπροστά στα μάτια της, αλλά και την καινούρια ερωμένη, αυτή του νεαρού ζευγαριού που βλέπανε σπανίως και που καιρό τώρα την έφερνε βόλτα και ήξερε η δόλια ότι είχε αρχίσει καινούριο κέρατο, την πήρε την απόφαση να θέσει τέρμα σε όλα αυτά. Η τύχη την οδήγησε στην πράξη της και όχι, δεν την είχε προμελετήσει.

Διαβολικές οι συγκυρίες θες;

Διαβολικές οι ευκαιρίες θες;

Διαβολικές οι συμπτώσεις θες;

Έστησαν χορό ξέφρενου καρναβαλιού γύρω της, θηλυκά και αυτές, παίρνοντας εκδίκηση για ότι είναι θηλυκό πάνω στη Γη, είτε άνθρωπος είναι αυτός, είτε συναίσθημα είτε ιδέα. Και της όπλισαν το χέρι. Του έδωσε έναν ευτυχισμένο θάνατο που δεν τον άξιζε κιόλας, με παρόντα στο ΚΑΝΤΡΟ όλα τα πρόσωπα του δράματος (γι’ αυτήν) και της απόλαυσης (γι’ αυτόν ). Η σύζυγος, -για τα μάτια του κόσμου-, η ερωμένη που αποχωρούσε, η ερωμένη που ερχόταν και οι απατημένοι σύζυγοι που γι’ αυτούς σιγά και ποιος νοιαζόταν τάχα;

 

Και η πλάκα είναι ότι η Ισιδώρα αισθάνθηκε και ανακουφισμένη που ανακαλύφτηκε ο δράστης, αυτή δηλαδή, γιατί είχαν ήδη αρχίσει να την κυνηγούν οι ερινύες. Μετάνιωσε που αφαίρεσε έτσι, τη ζωή του Διονύση. Μπορούσε να είχε βρει άλλο τρόπο να τιμωρήσει αυτόν  που την θεωρούσε βασίλισσα της καρδιάς του αλλά που αντί στέμματος της είχε στολίσει την κεφαλή με κέρατο ταράνδου, σήμα κατατεθέν των απανταχού της γης κερατωμένων ή απατημένων, επί το ευγενικότερο. Αλλά πια, ήταν αργά για δάκρια Στέλλα!!!    

Και αν θέλεις να ξέρεις, Ισιδώρα, η δική σου η αμαρτία είναι ακόμη πιο μεγάλη απ’ αυτές του μακαρίτη του άντρα σου. Και γι΄ αυτό θα τιμωρείσαι για χρόνια και χρόνια είτε εντός φυλακής είτε εκτός, λαμβάνοντας υπ’ όψιν και το ευαίσθητο του χαρακτήρα σου…

 

 

 

ΤΕΛΟΣ

 

***

Λένα Μαυρουδή Μούλιου

 

.

 

 

 

 

 

 

 

 

Επιστροφή στην αρχή!

Πατήστε πάνω στο βελάκι!

"Τα δελφίνια" (Καινούργιο Διήγημα)

Το Καλοκαίρι προς το τέλος του.

Όλα προς το τέλος τους βάδιζαν. Η κοινή ζωή τους, η αγάπη τους, τα όνειρά της, ο ίδιος ο γάμος τους.

Δεν της είχε πει τίποτα, μα εκείνη ήταν σίγουρη. Θα της ζητούσε διαζύγιο και ήταν να απορήσει πώς και δεν το είχε κάνει ακόμα. Σαν τι περίμενε; Εδώ και κάτι μήνες, ζούσαν σαν ξένοι που τυχαία βρέθηκαν να συγκατοικούν, χωρίς βέβαια να προσβλέπουν σε περαιτέρω σύσφιξη των σχέσεων που απολαμβάνουν δυο ξένοι στην αρχή μιας πολλά υποσχόμενης γνωριμίας. Εκείνος κυρίως, ψυχρός και απόμακρος μα όπως πάντοτε ευγενικός. Η Μαρία, ήξερε να τον διαβάζει. Και ήταν ηλίου φαεινότερο ότι στη ζωή του έπαιζε κάτι καινούριο, που του απάλυνε τις νευρικές εξάρσεις που τον έπιαναν με την παραμικρή αφορμή.

Ευτυχώς δεν είχαν παιδιά, και ήταν αρκετά νέοι. Μπορούσαν να κάνουν απογόνους με καινούριους συντρόφους, με σχέσεις νορμάλ, γιατί όχι. Εκείνος στα σαράντα του κι’ εκείνη γύρω στα 38 της.

Δώδεκα χρόνια παντρεμένοι και έδειχναν σαν ένα ευτυχισμένο ζευγάρι. Είχαν όλα τα εχέγγυα για έναν πετυχημένο γάμο. Άνετοι οικονομικά και οι δύο, δουλειά σταθερή, εκείνος σε μεγάλη εταιρεία Πετρελαιοειδών και εκείνη παρέδιδε ιδιαίτερα μαθήματα Ιταλικών και Ισπανικών αναμένοντας εδώ και χρόνια τον διορισμό της στο Δημόσιο Σχολείο. Η μόνη στενοχώρια εκείνης κυρίως ήταν, ότι οι ώρες εργασίας του άντρα της ήταν πολλές με αποτέλεσμα να βλέπονται στην ουσία σπάνια και μόνο τα Σ/Κύριακα, και πάλι αν σ΄ αυτά δεν τύχαινε να έχει σημαντικά meetings. Έ, δεν κρατιέται έτσι μία σχέση. Στα παράπονά της απαντούσε εκείνος, ότι έδινε τεράστια σημασία στην καριέρα του και σε τίποτα δεν θα επέτρεπε, μηδέ του γάμου του εξαιρουμένου να την τροχοπεδήσει.

Και τα χρόνια περνούσαν, παιδιά δεν είχαν καιρό να κάνουν, μα ούτε και εκείνος ήρθε πιο κοντά της. Το αντίθετο θα λέγαμε. Μέχρι που έφθασαν στο σημείο που λέγαμε, στην αναμονή εκ μέρους της, της αίτησης διαζυγίου.

Και θύμωσε. Η οργή της έγινε θυμός. Πώς μπορεί ένας άνθρωπος να γίνεται έτσι σκληρός και απόμακρος; Τι ήταν ο γάμος του; Μια δωδεκάχρονη παρτίδα τάβλι που ξαφνικά ο ένας γουστάρει να κλείσει τις πόρτες πίσω του υπολογίζοντας μόνον το ΕΓΏ του και όχι το ΕΜΕΙΣ; Ε, λοιπόν όχι κύριε, εγώ διαζύγιο δεν πρόκειται να του δώσω, σκέφτηκε η Μαρία. Δεν θα του κάνω τη ζωή του εύκολη να τη ζει κατά πώς επιθυμεί, μη δίνοντας καμία σημασία στα αισθήματα το άλλου. Και ο θυμός της Μαρίας όλο και μεγάλωνε, στη σκέψη της γυναίκας που τον έκανε -και ήταν σίγουρη γι’ αυτό– να πάρει την απόφαση για την οριστική ρήξη. Το ένστικτό της τής έλεγε ότι επρόκειτο για μια φίλη της, μια ζωντοχήρα, μητέρα ενός μαθητή της που εκείνος την γνώρισε όταν ερχόταν σπίτι τους τα Σάββατα συνοδεύοντας τον γιο της για τα Ιταλικά του. Και μόνο για την κοροϊδία που παιζόταν πίσω από την πλάτη της δεν θα το έπαιζε και καλά ’’ανώτερη’’ έλεγε στον εαυτό της η Μαρία.

Έφυγαν για διακοπές. Μια συνήθεια κι αυτές.

Η Μαρία ακουμπούσε στην κουπαστή του πλοίου στο κατάστρωμα, με τις μαύρες σκέψεις της να διαδέχονται η μία την άλλη και ήταν τόσο απορροφημένη μ’ αυτές που δεν τον κατάλαβε έτσι που την πλησίασε αθόρυβα.

«Μαρία, συγγνώμη που διακόπτω τους ρεμβασμούς σου, αλλά ξέρεις θα πρέπει να μιλήσουμε». Της είπε.

‘’Να΄ την η Μεγάλη Στιγμή, ήρθε’’, σκέφτηκε εκείνη. Και μην αφήνοντάς τον να συνεχίσει, ή μάλλον ούτε καν ν’ αρχίσει, του απαντάει:

«Λυπάμαι Αντώνη. Λυπάμαι πολύ αλλά όχι. Δεν σου το δίνω».

«Δεν μου δίνεις το ποιο;» την ρωτάει έκπληκτος.

«Μα το διαζύγιο. Τι άλλο είναι αυτό που διακαώς επιθυμείς να σου δώσω; Νόμιζες ότι θα ήταν δύσκολο για ένα μυαλό σαν το δικό μου που το τάιζες τόσο καιρό με κουτόχορτο, να καταλάβω τι θέλεις;

Η περιέργειά μου όμως βρε Αντώνη είναι μεγάλη και θα σκάσω αν την απορία μου δεν τη λύσεις. Χρόνο, καιρό, ώρες βρίσκεις τώρα για την ερωμένη σου; Η καριέρα σου, η δουλειά σου κάνουν αυτήν την έκπτωση για χάρη της; Λοιπόν για να τελειώνουμε. Αντώνη μπορούμε κάλλιστα να είμαστε σε διάσταση, μα διαζύγιο και μάλιστα συναινετικό όπως φαντάζομαι θα θέλεις, δεν σου δίνω. Βλέπεις εγώ δεν βιάζομαι να ξαναπαντρευτώ. Έζησα τόσο όμορφα από τούτον το γάμο για να θέλω και δεύτερο γρήγορα!!!… Η απόφασή μου τελεσίδικη και μην ελπίζεις σε καμία αλλαγή των προθέσεών μου», του είπε γυρίζοντάς του την πλάτη της.

Εκείνος, της έπιασε το μπράτσο σφικτά τόσο που την πόνεσε, λέγοντάς της:

«Θα μου το δώσεις Μαρία εκόντα άκοντα. Βάλε το καλά στο μυαλό σου. Ξέρεις ότι ό, τι θέλω το παίρνω. Σε λίγο φτάνουμε στο νησί, μέχρι τότε, πρέπει να έχεις πάρει την απόφαση, για το καλό που σου θέλω».   

«Με απειλείς Αντωνάκη; Μόνον αυτό δεν είχες κάνει μέχρι τώρα, το έκανες και αυτό, ε, τα είδα πια όλα. Όχι φίλε μου δεν θα σου το δώσω ή μάλλον θα σου το δώσω όποτε ΕΓΏ Το αποφασίσω. Το πιθανότερο πάντως είναι όπως το βλέπω, ότι θα περιμένεις να περάσουν τα χρόνια που προβλέπει ο νόμος και αν μέχρι τότε σε θέλει ακόμη η κυρά, με την ευχή μου. Και αυτή είναι η τελευταία μου κουβέντα».           Και αφήνοντας την κουπαστή απομακρύνθηκε κατευθυνόμενη προς το σαλόνι.

Μέσα της γινόταν χαμός, τρικυμία δέκα μποφόρ και πάνω, αλλά αυτό εκείνη δεν θα το άφηνε να φανεί. Ο κόσμος γύρω της δεν θα μάθαινε τον χαλασμό μέσα της που γέμιζε με ερείπια τα ζωή της. Η Μαρία ήταν ένα υπερήφανο πλάσμα και απευχόταν να δει τον οίκτο στα μάτια φίλων, γνωστών, και αγνώστων. Δεν το άντεχε.

Ήπιε ένα δυνατό καφέ σκέτο, που ήταν λιγότερο πικρός από την πίκρα της και όπως έπιασε να σκοτεινιάζει ξαναβγήκε στην κουπαστή. Στο πλοίο μέσα πνιγόταν, νόμιζε ότι δεν υπήρχε αρκετός αέρας, και οι φωνές χαρούμενων ανθρώπων την γέμιζαν θλίψη. Από μακριά αχνοφαίνονταν το νησί. Κοντά της κανείς. Μόνο κάτι δελφίνια που τα έβλεπε να συναγωνίζονται σε ταχύτητα στην προσπάθειά τους να ξεπεράσουν το πλοίο. Όπως υπολόγιζε, σε μισή ώρα θα είχαν φτάσει.

ΤΙ το’ θελε να το κάνει αυτό το ταξίδι; Μη και δεν ήξερε τι θα συμβεί; Γιατί το αποφάσισε; Άντε αύριο το πολύ, μπρος πίσω. Δεν θα καθόταν, εξυπακούεται, μήτε στιγμή πια μαζί μ΄ αυτόν τον αριβίστα, τον αναίσθητο άντρα, που είχε την ατυχία να συναντήσει στη ζωή της.

Όχι, Δεν είχε αυτολύπηση, μόνον ένας θυμός την διακατείχε, τόσο με εκείνον όσο και με τον εαυτό της που δεν είχε την οξύνοια να μετρήσει σωστά το βάθος και την ποιότητα των αισθημάτων του. ΓΙ’ αυτό και έπεσε σε ξέρα η βάρκα των ονείρων της με τόση ευκολία. Δεν όφειλε να είναι πιο διορατική λιγότερο εύπιστη κι’ αθώα; Μα δεν ήταν. Και τώρα ας δρέψει τους καρπούς του εφησυχασμού της.

Ξάφνου, ένα χέρι σκληρό, την αρπάζει από το μπράτσο, ένα άλλο από τη μέση, και έτσι μικροκαμωμένη όπως ήταν χωρίς καν να το καταλάβει βρίσκεται στον αέρα να κάνει αθέλητο μακροβούτι παρέα στα δελφίνια που ακόμη συνόδευαν το καράβι.

«Τα χαιρετίσματά μου στη γοργόνα, την αδερφή του Μέγα Αλέξανδρου» της φωνάζει και τον ακούει να γελάει πριν αυτή βυθιστεί στα μαυρογάλανα νερά του πελάγους.

Είχε πια σκοτεινιάσει και η σκηνή έγινε τόσο γρήγορα και τόσο επιδέξια μα και τόσο απρόσμενα που δεν την πήρε είδηση κανείς. Μα κανείς όμως.

Πέρασε η ώρα και λίγο πριν φτάσουν στον προορισμό τους, ο δολοφόνος Αντώνης ζητάει να μιλήσει στον Καπετάνιο, προσποιούμενος τον φανερά αναστατωμένο:

«Πλοίαρχε σε λίγο φτάνουμε και η γυναίκα μου δεν βρίσκεται πουθενά. Βγάλε σε παρακαλώ μιαν ανακοίνωση αν βρίσκεται κάπου που δεν έχω ήδη ψάξει να φανερωθεί, γιατί ξέρεις άρχισα πια να ανησυχώ.

Τον τελευταίο καιρό δεν ήταν και τόσο καλά. Είχε κάτι αυτοκτονικές τάσεις ένα είδος κατάθλιψης, ο γιατρός είπε ότι ήταν ορμονικό, οπόταν όπως καταλαβαίνεις η αγωνία μου μήπως και της συνέβη κάτι, μεγάλη. Τόσην ώρα δεν υπήρχε λόγος να την αναζητήσω παρά μόνο τώρα που φθάνουμε, οπόταν δεν γνωρίζω και πόση ώρα λείπει».    

«Μην ανησυχείτε αγαπητέ κύριε, η μαντάμ προφανώς βλέποντας ότι φτάνουμε, απομονώθηκε για να τελειώσει με τις τελευταίες πινελιές της περιποίησης του εαυτού της, κατ’ απαίτηση της γυναικείας της κοκεταρίας. Συμβαίνει τόσο, μα τόσο συχνά, μια τέτοια ιστορία ξέρετε. Να δείτε που σε λίγο θα κάνει την εμφάνισή της. Μην ανησυχείτε».

Έλα όμως, που ο Αντώνης ανησυχούσε μεν αλλά για άλλο λόγο. Για το αν δηλαδή η Μαρία ήταν στην κοιλιά κανενός ψαριού ή δεν ήταν ακόμη πολύ πεθαμένη!!!...

Ο Πλοίαρχος αναγκάστηκε να επαναλάβει τις εκκλήσεις πολλές φορές αλλά φυσικά χωρίς αποτέλεσμα, προβληματισμένος, χωρίς να το δείχνει. Τι άλλο να έκανε; Μα όχι. Έκανε κάτι. Πριν φθάσουν και χωρίς να ενημερώσει τον ‘’ανάστατο’’ επιβάτη του, ειδοποίησε το Λιμεναρχείο για την καταγγελία. ‘’Βρε μπελάδες που θα τους έχουμε Δευτεριάτικα μονολόγησε.’’

Η Μαρία κολυμπούσε πιασμένη άκουσον άκουσον, από το πτερύγιο ενός δελφινιού ενώ δεξιά και αριστερά της σαν body guards την προστάτευαν σχεδόν κολλητά της δύο άλλα δελφίνια. Το κεφάλι της ήταν άδειο. Τι έγινε; πώς βρέθηκε στην σκοτεινιασμένη θάλασσα μόνη και κατάμονη κολυμπώντας, χωρίς μάλιστα να φοράει το μαγιό της και απ ό, τι καταλάβαινε δια της αφής, ήταν με τα ρούχα της. Και παρέα της τα νοήμονα κήτη που απ’ ό, τι ήξερε και τώρα διαπίστωνε, ήταν φιλικά με τον άνθρωπο.

’’Θεέ μου, δεν πρόκειται να ζήσω, πόσο μπορώ ακόμα να αντέξω καταμεσής του πελάγους; Αν με εγκαταλείψουν τόσο οι δυνάμεις μου όσο και τούτα εδώ τα δελφίνια –δελφίνια πρέπει να είναι– είμαι χαμένη. Μόνο κάνε το τέλος να έρθει γρήγορα,’’ προσευχήθηκε.

Ξαφνικά, καταλαβαίνει ότι τα δελφίνια σαν να έκαναν μια στροφή. Πράγματι αυτή και η παρέα της όλο και περισσότερο πλησίαζαν σε κάποιο φως.’’Nα ‘ναι το φως που λένε ότι βλέπουν οι ετοιμοθάνατοι;’’ Αναρωτήθηκε. Και το πλησίαζαν κι’ άλλο, κι’ άλλο…

Και όταν πλησίασαν τόσο ώστε ακόμα μπορούσε και να το ακουμπήσει που λένε, την εγκαταλείπουν οι δυνάμεις της. Αλλά πριν αισθανθεί μια πλήρη ανυπαρξία καταλαβαίνει ότι κάποια δύναμη την ανασύρει από το κατάμαυρο νερό και την ακουμπάει σε μέρος στεγνό και σωτήριο. Από κει και ύστερα Χάος. Βυθίστηκε στο τίποτα, στο κενό, χάνοντας τις αισθήσεις της λιποθυμώντας.

Πόσες ώρες να έμεινε άραγε έτσι;

Όταν άρχισε να συνέρχεται βρέθηκε μέσα σε ένα καΐκι να φοράει μια μακριά αντρική τζιν πουκαμίσα και επίσης αντρικά τζιν παντελόνια τόσο φαρδιά που χωρούσαν και άλλη μια Μαρία μέσα… Μα μοσχομύριζαν πάστρα και λεβάντα. Αυτός που της τα έδωσε, θα πρέπει να είναι πολύ νοικοκύρης, σκέφτηκε. Ποιος ήταν αυτός; Πού να το ξέρει βέβαια. Εδώ δεν ήξερε ποια είναι αυτή η ίδια. Το καταλάβαινε. Είχε τέλεια απώλεια μνήμης. Μόνο μια ακαθόριστη θλίψη αισθανόταν και ένα πλάκωμα στο στήθος, που δεν έλεγε να φύγει. Και πεινούσε και διψούσε και ήθελε να πεθάνει. Γιατί άραγε; Τι της είχε συμβεί; Πως βρέθηκε σ’ αυτό το καράβι; Και ο Καπετάνιος; Οι ναύτες; Πού να είναι; Τι στην ευχή πλοίο φάντασμα ήταν τούτο;

Σε λίγο, κει πέρα κατά την ανατολή βλέπει τον ουρανό να ροδίζει και λίγο αργότερα να βγαίνει από τη θάλασσα θαρρείς, ένας τεράστιος ήλιος. Αμέσως, τα αχνά γαλάζια νερά βάφτηκαν χρυσαφιά και σαν κάποιος να τους έριξε και μπογιά μπλε, αυτά έγιναν χρυσογάλανα με πινελιές έντονα σμαραγδένιες. Έμεινε να κοιτάζει εκστατική, μια ομορφιά που απ’ ότι μπορούσε να αντλήσει από τη χαμένη της μνήμη, της ήταν άγνωστη.

Σηκώνεται από το απάγκιο μέρος που ήταν ξαπλωμένη. Θα πρέπει φαίνεται να είχε χορτάσει ύπνο γιατί αισθανόταν όλο ενεργητικότητα. Δεν κάλεσε κανέναν. Δεν ήταν δύσκολο να καταλάβει ότι κάποιοι την φιλοξενούσαν και το πότε θα έκαναν την εμφάνισή τους ήταν καθαρά δικό τους θέμα.

Να είχε λέει έναν καφέ!... Μα τον καφέ, πώς τον θυμόταν; Ε, ναι. Το ποια ήταν δεν θυμόταν και το πώς βρέθηκε εδώ πάνω, όχι τον καφέ!

Δειλά δειλά περπάτησε και έφτασε στην κουζίνα του πλοιαρίου. Ο χώρος της φάνηκε οικείος, με τα πιατικά του τα κατσαρολικά του. Στο ντουλάπι βρήκε καφέ και ζάχαρη. Το πετρογκάζ και ο αναπτήρας εκεί. Ετοίμασε τον καφέ της και καλού κακού ετοίμασε και δυο τρία φλιτζάνια ακόμα. στην περίπτωση που αποφάσιζαν οι καπεταναίοι να εμφανιστούν. Ήταν βλέπεις πολύ πρωί ακόμη σύμφωνα με το αδιάβροχο ρολόι της. Επτά η ώρα. ‘’Φαίνεται θα κοιμήθηκαν αργά το βράδυ, γι’ αυτό δεν έχουν ξυπνημό. Ας μην κάνω θόρυβο κι’ εγώ λοιπόν’’ σιγομουρμούρισε. Στη ψωμιέρα βρήκε ψωμάκι. Στο ψυγείο φέτα και ελιές. Τα έβαλε σε έναν δίσκο και βγήκε στο κατάστρωμα να φάει απολαμβάνοντας και το ξύπνημα μιας εξαίσιας ημέρας. Αισθανόταν πολύ καλύτερα. Μόνο έναν ακαθόριστο φόβο που δεν ήξερε από πού πήγαζε.

‘’Ας φάω πρώτα και μετά ψάχνω για το πώς και το γιατί’’ είπε φωναχτά.

«Έτσι θα σε συμβούλευα κι’ εγώ». Ακούει μια φωνή σαν απάντηση στο δικό της μονόλογο.

Γυρίζει και βλέπει ένα λεβεντόπαιδο που φορούσε ένα ψαράδικο παντελόνι ξυπόλυτος και χωρίς πουκάμισο.

«Συγγνώμη κυρία μου για την ελλιπή μου ένδυση αλλά δεν περίμενα τη επίσκεψή σου, και άλλα ρούχα δεν είχα όταν σου δάνειζα τα δικά μου. Συγγνώμη και πάλι. Θα σε παρακαλούσα να κάνεις τον κόπο να βάλεις τα δικά σου είναι πλυμένα και στεγνά ήδη, για να βάλω και εγώ τα δικά μου. Για να μη σε ντρέπομαι», της είπε γελώντας με ένα γέλιο τρανταχτό που παρέσυρε και αυτήν στο να βάλει τα γέλια. «Αφού φας βέβαια πρώτα. Περίσσεψε καθόλου καφές; Αρκετός; Σ’ ευχαριστούμε πολύ.

Δεν σου συστήθηκα: Παύλος Γερονικολός».

«Μμ Μμ, Μμ, φοβάμαι ότι εγώ Παύλο, δεν ξέρω να σου πω ποια είμαι, σου δίνω το λόγο μου ότι λέω την αλήθεια. Ούτε ποια είμαι θυμάμαι, ούτε πώς βρέθηκα εδώ σε τούτο το καράβι».

«Ε, όχι και καράβι κυρία μου. Να σου συστήσω και το καΐκι μου ΜΑΡΊΑ το λένε».

«Πώς είπες; Μαρία; Πολύ οικείο μου ακούγεται αυτό το όνομα. Μπορείς να με αποκαλείς έτσι, γιατί κάπως πρέπει να με λες βέβαια. Αυτό το κυρία και κυρία, μου θυμίζει σχολείο!».

«Μα φυσικά, είτε Μαρία θα σε λέω, είτε γοργόνα, είτε και τα δύο μαζί. Γοργόνα Μαρία. Τι λες;»

«Συμφωνώ, και χαρήκαμε πολύ η Γοργόνα κι’ εγώ, για τη γνωριμία», είπε η κοπέλα και άρχισε να τρώει λαίμαργα το ψωμοτύρι της.

«Φτωχικό το πρωινό σου. Επίτρεψέ μου να ετοιμάσω κάτι πιο δυναμωτικό. Πίστεψέ με το έχουμε όλοι πολλή ανάγκη». Είπε ο Παύλος και πήγε στην κουζίνα να ετοιμάσει το πρωινό που υποσχέθηκε.

 

Αφού έφαγαν με όρεξη ό, τι θα έτρωγαν σε ένα πλήρες μεσημεριανό γεύμα και αφού αισθάνθηκαν -επιτρέψτε μου- καρδαμωμένοι(!), ξεκίνησαν μια πολύ εποικοδομητική κουβέντα. Ήταν απολύτως λογικό και αναγκαίο.  

Η Γοργόνα Μαρία –κατά το ήμισυ απόλυτα σωστό όπως γνωρίζουμε- του ζήτησε παρακλητικά να της πει ό, τι γνωρίζει για το άτομό της.

«Λυπάμαι καλή μου Γοργόνα μα δεν ξέρω τίποτα για σένα. Τίποτα περισσότερο απ’ ό, τι ξέρεις εσύ. Μόνο ότι άκουσα να καλείς σε βοήθεια ενώ κολυμπούσες παρέα με δυο τρεις ‘’φίλους’’».

«Μα τι μου λες Παύλο; Αυτό είναι φανταστικό. Και πού μπορώ να βρω αυτούς τους φίλους μου που λες;»

«Φαντάζομαι κάπου στο πέλαγος, ακριβώς ΠΟΥ, δεν μπορώ να ξέρω. Ήταν Μαρία τρία τέσσερα δελφίνια και σίγουρα τους οφείλεις τη ζωή σου. Αυτά σε έφεραν μέχρι το καΐκι μου, οδηγημένα από το πυροφάνι μου. Ψάρευα με τον Δημητρό και το Γιαννιό. Όπου να’ ναι θα ξυπνήσουν».

Η Μαρία έμεινε με το στόμα ανοικτό.

«Παύλο, τι λες; Ήμουνα συντροφιά με δελφίνια νυχτιάτικα; Και πώς μου ήρθε να κολυμπήσω με τα ρούχα όπως μου είπες;»

«Γοργόνα μου, λυπάμαι, μα δεν το ξέρω αυτό. Μη σκας όμως. Είμαι σίγουρος ότι γρήγορα θα βρεις τη μνήμη σου και θα έχεις όλες τις απαντήσεις που θες. Έχεις, κατά τη γνώμη μου, υποστεί κάποιο shock.Απόλαυσε τώρα τη χώνευση του φαγητού σου και μετά τραβάμε για το νησί. Οι ψαράδες περιμένουν το εμπόρευμα, που έλα να δεις πόσο πλούσιο ήταν απόψε. Μου έφερες γούρι Γοργόνα Μαρία. Δεν θυμάμαι άλλη φορά μια τόσο πλούσια ψαριά».

Η Μαρία έβλεπε και θαύμαζε αυτό το παλικάρι που ήταν τόσο όμορφο και αντρίκιο. ‘’Πόσων χρόνων να ήταν άραγε; 28, 29; Να ήταν παντρεμένος να είχε παιδιά; Πόσο τυχερές είναι μερικές γυναίκες, είτε μανάδες είναι αυτές, είτε σύζυγοι!!!

Εγώ άραγε έχω οικογένεια; Και αν έχω, δεν θα πρέπει τώρα να με ψάχνουν; Δεν θα τους έχει τρελάνει η απουσία μου; Εμένα, έστω και από ένστικτο, γιατί δεν υπάρχει κάτι που να μου λείπει; Ποια είμαι Θεέ μου;’’

 «Παύλο, δεν ξέρω ούτε πόσων χρόνων είμαι. Πόσο λες να είμαι στ’ αλήθεια, ποια είναι η γνώμη σου;»

«Μαρία με εκπλήσσεις. Τι σημασία έχει η ηλικία; Εγώ πόσο λες ότι είμαι; 34ετών, παντρεμένος, χωρισμένος και χωρίς παιδιά, δυστυχώς. Εσύ, θα πρέπει να είσαι νεώτερη ασφαλώς, ή το πολύ πολύ συνομήλική μου. Έτσι τουλάχιστον δείχνεις».

«Αχ Παύλο, αν κρίνω από το πώς αισθάνομαι ίσως να έχω τα διπλά σου χρόνια!»

Με τούτα και με τα’ άλλα η ώρα πέρασε και ο Δημητρός με το Γιαννιό έκαναν τις απαραίτητες μανούβρες για το ταξίδι τους προς το νησί. Θα έφθαναν εκεί σε ¾ της ώρας.

‘’Και εγώ, σαν τι θα κάνω μετά αυτά τα τρία τέταρτα; Πού θα πάω;’’ αναρωτή θηκε.

«Παύλο, πρέπει να πάω στην αστυνομία. Ίσως οι δικοί μου εάν έχω, να έχουν δηλώσει την εξαφάνισή μου».

Και έκαναν ακριβώς αυτό.

Ο Αστυνόμος, ευγενέστατος μα επιφυλακτικός δεν ήταν δυνατόν να πιστέψει εύκολα την ιστορία με τα δελφίνια τα πυροφάνια και τις αμνησίες αν και γνώριζε πολύ καλά το ποιος ήταν ο Παύλος. Αυτόν ναι, τον ήξερε, η κυρία σαν να μη του τα έλεγε και τόσο καλά.

Ε, τι να σου κάνει κι’ αυτή Αστυνόμε; Δεν το ξέρεις τι σενάρια κάθεται και γράφει η ζωή όταν έχει τα κέφια της; Και ας βουρλίζονται τα άτυχα τα ανθρωπάκια. Μιλάμε για μεγάλη παραμυθού φίλε μου !Αν άκουγε κανείς την ιστορία με τα δελφίνια σαν παραμύθι, θα έλεγε συγκαταβατικά έστω, ‘’τς τς τς τι λες βρε παιδί μου’’ αλλά θα ήξερε ότι έχει να κάνει με μύθο και όχι με διήγημα σαν τούτο εδώ!...

Με τα πολλά, της είπε ότι ναι κάποιος τουρίστας δήλωσε την εξαφάνιση της συζύγου του μέσα από ένα πλοίο που τους έφερνε στο νησί.

«Και πού μπορώ να βρω αυτόν τον κύριο;» ρώτησε η Μαρία αναστατωμένη.

«Μην ανησυχείτε ο κύριος αυτός θα ειδοποιηθεί. Εσάς πού θα σας βρούμε;»

«Πού θα μας βρουν Παύλο; Να σου πω κάτι; αδύνατον να πιστέψω ότι έχω σύζυγο, και μακάρι να μην έχω Θεέ μου. Γιατί, για να μη μου λέει το μυαλό μου κάτι, το καταλαβαίνω. Αυτό είναι που πάσχει. Η καρδιά μου όμως; Γιατί αυτή δεν μου λέει ΤΙΠΟΤΑ; Αν όντως έχω σύζυγο , θα πρέπει να ήταν ανύπαρκτος στη ζωή μου»

«Θα δούμε Γοργόνα μου, θα δούμε».

Άφησαν στον αστυνόμο κάποιο κινητό τηλέφωνο, και πήγαν να δουν τι έκαναν ο Δημητρός και ο Γιαννιός με τους ΨΑΡΑΔΕΣ.

Τους βρήκαν να γελούν και να αστειεύονται και βλέποντας τον Παύλο του είπαν: «Καλή σου μέρα και καλή μας μέρα αφεντικό. Τι ψαριά και η αποψινή σου! Τριπλό μεροκάματο! Πώς και τόσα ψάρια σου έκαναν το χατίρι να θυσιαστούν για σένα; Μωρέ μπράβο σου. Να μας ζήσεις κι’ εσύ και τα παλικάρια σου από δω».

«Ευχαριστώ παιδιά, ευχαριστώ. Μα λέτε, λέτε και παραδάκι δεν βλέπω να πέφτει».

Και αφού πρόθυμα έπεσε και ο παράς, ο Παύλος, πλήρωσε τους ναύτες του, πήρε τη Γοργόνα και ξεκίνησε για το σπίτι να γνωρίσει και τη μάνα του, υπό τα ενθουσιώδη και πονηρά βλέμματα των ψαράδων που μουρμούρισαν χωρίς εκείνος να τους ακούσει: «Μακάρι βρε, το παλληκάρι τούτη τη φορά, να είναι πιο τυχερό. Το αξίζει. Μακάρι…»     

Η μάνα, με το που είδε θηλυκό να μπαίνει στο σπιτικό της, λαχτάρισε. Παναγιά μου να δει το παιδί της να ξαναστήνει πιο σωστό σπιτικό και άλλο τίποτα δεν ζητούσε από τη ζωή της. Τον λάτρευε βέβαια το γιο της σαν όλες τις μανάδες, μα εκείνο που από αυτόν ήθελε ήταν, να ΜΗΝ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΑΥΤΉ το κέντρο της γης γι’ αυτόν… Η κυρά του, τα παιδιά του πρώτα και μετά αυτή. Αυτή είναι η σωστή σειρά, έτσι πίστευε.

Υπήρξε άτυχο στο γάμο του το παλληκάρι και αυτός ήταν ο μεγάλος καημός της. Μα δεν ήταν ούτε ο πρώτος γάμος που αποτύγχανε μήτε ο τελευταίος. Και με την πρώην νύφη της μια χαρά σχέσεις διατηρούσε. Απλά δεν ταίριαξαν, τα παιδιά.

Η κυρά Βασιλική είχε και μια κόρη παντρεμένη στην Θες/ νίκη και περίμενε οσονούπω να γίνει γιαγιά.   

Μη ξέροντας λοιπόν η κυρά Βασιλική τα της γνωριμίας του γιού της με την κοπελιά απλά ευχήθηκε να μην είναι κάποια φίλη του περαστική, να είναι το κορίτσι του, και να έβλεπε γρήγορα χαρές. Φυσικά ούτε του είπε τίποτα ούτε τον ρώτησε κάτι. Ήταν η κυρά Βασιλική η πιο διακριτική νησιώτισσα μάνα.

Δεν είχαν καλά καλά προλάβει να φάνε το νόστιμο γλυκό του κουταλιού που είχαν φτιάξει τα χρυσά της χεράκια και κτυπά το τηλέφωνο του Παύλου. Ήταν ο Αστυνόμος, να πάνε από το Τμήμα τους είπε για τη γνωστή τους υπόθεση.

Εκείνος ένευσε της Μαρίας και έφυγαν κατηφείς.

‘’Κάτι συμβαίνει. Παναγιά μου κάνε να είναι μόνο η ιδέα μου’’ προσευχήθηκε η κυρά Βασιλική. ‘’Το παιδάκι μου δεν πήρε και λίγη στενοχώρια με τη διάλυση του γάμου του,’’ μουρμούρισε πλένοντας τα πιατάκια του γλυκού που τράταρε την ομορφούλα που μόλις είχε γνωρίσει.

 

«Ακούστε με», τους λέει ο Αστυνόμος. « Ο εν λόγω κύριος που ψάχνει για τη σύζυγό του, είναι εν πλω για Πειραιά. Του τηλεφώνησα, του είπα έτσι κι’ έτσι  του περιέγραψα την κυρία από δω και εκείνος μου είπε ότι η γυναίκα που αυτός ψάχνει είναι ακριβώς το αντίθετο. Π.χ. εσείς κυρία μου είστε ξανθιά και ψηλή. Η σύζυγος του κυρίου Αντώνη Χουρμούζιου -έτσι τον λένε-κοκκινομάλλα και κοντή. Εκείνη είναι παχουλή και σεις αδύνατη. Και πάνε λέγοντας οι αντιθέσεις.

Εν πάση περιπτώσει, μου είπε ότι μόλις του δοθεί χρόνος θα επιστρέψει στο νησί. Δεν ξέρεις καμιά φορά. Ο διάολος έχει πολλά ποδάρια και οι γυναίκες αλλάζουν από τη μια μέρα στην άλλη. Και παρντόν κυρία μου για την σπόντα μου».

Είπαν ακόμη δυο τρία ανούσια πράγματα, και έφυγαν από το Αστυνομικό Τμήμα.

Ο Παύλος προβληματίστηκε. Ο άνθρωπος έχασε τη γυναίκα του τόσο μυστηριωδώς, του λένε ότι μια γυναίκα ψάχνει και αυτή τους δικούς της και αντί να βάλει φτερά και να πετάξει γυρίζοντας, λέει ότι θα έρθει μόλις ευκαιρήσει; Δεν έχει λογική το θέμα. Αδυνατεί να κατανοήσει το σκεπτικό ορισμένων ανθρώπων, είπε στη Μαρία. Την οποία Μαρία έτσι καθώς έφευγαν από το Τμήμα, την έπιασαν έντονα ρίγη και έκανε να ρίξει στην πλάτη της τη ζακετούλα που κρατούσε. Κάνοντας την κίνηση αυτή, της φάνηκε ότι ακουμπούσε στην κουπαστή του καταστρώματος ενός πλοίου λίγο μετά τη δύση ενός ήλιου που εξαφανιζόταν γρήγορα, γρήγορα, βουτώντας στην άκρη πέρα, της θάλασσας. Στάθηκε απότομα χλομιάζοντας. Πιάνει τον Παύλο από το μπράτσο λέγοντας:

«Το πλοίο, το πλοίο. Ήμουνα, το θυμάμαι καλά, σε ένα πλοίο στο κατάστρωμα, και αγνάντευα το πέλαγος. Έπιασε ψυχρίτσα και έκανα να βάλω τη ζακέτα μου που την έπαιρνε ο αέρας… Ω Θεέ μου, Θεέ μου όχι. Εκείνος ο άντρας… Ο άντρας μου…». Και ξέσπασε σε αναφιλητά. «Παύλο, δυστυχώς τα θυμήθηκα όλα όλα. Ο σύζυγός μου θέλησε να με σκοτώσει. Με πέταξε στη θάλασσα όπου απελπισμένα έβλεπα το καράβι να ξεμακραίνει. Πιάστηκα από κάτι που δεν ήξερα τι ήταν, αλλά που βρέθηκε δίπλα μου. Γρήγορα κατάλαβα ότι κρατούσα την ουρά ή το πτερύγιο  ενός δελφινιού, ενώ δυο τρία δελφίνια ακόμη, ήταν και από τις δύο μου πλευρές, σχεδόν κολλητά μου, διευκολύνοντας το κολύμπι μου. Απέραντη θάλασσα έβλεπα και άλλο τίποτα».

«Και γιατί Γοργόνα μου να θέλει να σε σκοτώσει ο άνθρωπος αυτός; Θυμάσαι μήπως;»

«Ναι, μου ζητούσε διαζύγιο και εγώ ήμουνα απίστευτα αηδιασμένη και θυμωμένη και του το αρνιόμουν για να του δυσκολέψω τα σχέδια. Μα στον Αντώνη δεν χωρούσαν αρνήσεις. Πάντα έπαιρνε αυτό που ήθελε. Καλά να πάθω. Ας ήμουνα πιο σωστή και να επεδίωκα ΚΥΡΙΩΣ ΕΓΩ, τη λύση ενός τέτοιου γάμου. Γιατί αρνιόμουν;»

«Ησύχασε Γοργόνα, ησύχασε. Θα βρούμε την άκρη Μαρία μου».

«Παύλο, Μαρία με λένε, απίστευτη σύμπτωση. Και να ήταν η μόνη;» Και συνέχισε: «Έτσι καθώς κολυμπούσα απελπισμένα παρακαλώντας τα Θεό να μου δώσει ένα γρήγορο τέλος, τα δελφίνια με οδήγησαν στο φως το δικό σου, αυτό το φως που με έσωσε. Μα πες μου, γιατί εκείνο το τέρας έδωσε ψεύτικα χαρακτηριστικά μου;»

« Μα για να θολώσει τα νερά καλή μου. Πίσω στην αστυνομία Μαρία μου και γρήγορα, να τον προλάβουμε, πριν φτάσει το πλοίο του στο Πειραιά και ασφαλώς θ εξαφανιστεί. Θα κατάλαβε πως σώθηκες και κινδυνεύει η ελευθερία του και τα σχέδια που είχε καταστρώσει. Γρήγορα. Μη φοβάσαι Θα είμαι κοντά σου τόσο, όσο με θέλεις. Σύμφωνοι;»  

Μια απίστευτη γαλήνη διαδέχτηκε τη φουρτούνα της ψυχής της. Αυτό το παλληκάρι που γνώρισε μόλις σήμερα, της ήταν πιο οικείο και αγαπητό από οποιονδήποτε συγγενή, φίλο, ή γνωστό, θυμόταν στη ζωή της. Μα να τον γνώρισε σήμερα λες ή ήταν αυτός που περίμενε μια ζωή;

Αλλά και ο Παύλος πάνω κάτω τα ίδια σκεπτόταν. Την ήθελε στη ζωή του αυτή τη λυγερή ξανθιά, που σίγουρα θα έδιωχνε τα μαύρα σκοτάδια μιας άνυδρης, ανούσιας και στείρας ζωής που ζούσε τόσο σαν παντρεμένος, όσο και χωρισμένος.

Ο Αστυνόμος, τους είδε να γυρίζουν, και έμεινε με το στόμα ανοικτό ακούγοντας τα ανήκουστα που έβγαιναν από το στόμα τους.

Έστειλε σήμα με την υπηρεσία του στους συναδέλφους του στον Πειραιά, και μόλις ο ‘’περίλυπος’’ ο  ‘’τεθλιμμένος’’ σύζυγος πάτησε το πόδι του στο λιμάνι, αντί για ταξί, τον παρέλαβε ένα περιπολικό παίρνοντας τις βαλίτσες του για να του βάλουν στα χέρια του δύο απαστράπτουσες χειροπέδες. Σ’ αυτά τα χέρια που έστειλαν μιαν ανθρώπινη ύπαρξη να γίνει βορά ψαριών. Έλα όμως, που δεν είχε υπολογίσει τα δελφίνια, τα νοήμονα όπως λένε κήτη, που ξέρουμε από ναυτικές διηγήσεις πόσους ναυαγούς έχουν σώσει.

Η Γοργόνα, η αδελφή του Μέγαλέξανδρου, σου ανταποδίδει τον χαιρετισμό σου την ώρα που φούνταρες τη Μαρία στα μαβιά νερά, παλιάνθρωπε……..

 

Κοντολογίς, μια ελαφρώς ασυνήθιστη δολοφονική ενέργεια, αλλά και μια ολωσδιόλου ασυνήθιστη σωτηρία ναυαγού. Και ένας υπέροχος έρωτας για δύο καλούς ανθρώπους που γνωρίστηκαν στο μέσον του πουθενά υπό συνθήκες που και αν δεν είναι ασυνήθιστες. Μια όμορφη ιστορία αγάπης απ’ αυτές που ομορφαίνουν τη ζωή.

Τα παιδιά τους, δίδυμα τη πρώτη φορά, δίδυμα και την επόμενη, θα έχουν να διηγούνται σαν παραμύθι την ιστορία των γονιών τους.

Και κατέληξαν να πουν μαζί με μας, ότι η Γοργόνα , η αδελφή του Μέγα Αλέξανδρου ζει και βασιλεύει μαζί με τον αδελφό της, εκείνη στο νερό και εκείνος στην Παγκόσμια Ιστορία….

 

Τ  Ε  Λ  Ο  Σ   

 

Λένα Μαυρουδή Μούλιου

Επιστροφή στην αρχή!

Πατήστε πάνω στο βελάκι!

 

«Η Δαμασκηνίτσα » (παραμύθι)

Όμορφο χωριό με αρκετούς σχετικά κατοίκους, πράγμα κάπως ασυνήθιστο, που ξαφνιάζει ευχάριστα τους επισκέπτες.

Τα χωριά μας και μάλιστα τα ορεινά ως γνωστόν, ως επί το πλείστον κατοικούνται από πεντέξι ηλικιωμένους όλους κι’ όλους και μόνο τα καλοκαίρια καταφτάνουν τα παιδιά και τα εγγόνια τους και ζωντανεύσουν τα κλειστά σπίτια που κάνουν το χώρο τις άλλες τρεις εποχές του χρόνου, να θυμίζει ‘’χωριό φάντασμα.’’

 

Τούτο το συγκεκριμένο χωριό κάποτε ήταν όχι απλώς πιο εύφορο, αλλά θα μπορούσαμε να πούμε και πλούσιο. Μα από την μακρινή εποχή του πλούτου δεν απέμεινε τίποτα, ει μη μόνο ένας γρουσούζης, κακός και λαομίσητος άρχοντας, που σπανιότατα τον έβλεπες να περπατά στα καλντερίμια κατά τη διάρκεια της ημέρας. Φημολογούνταν δε, ότι κυκλοφορούσε στο χωριό μόνο τις νύχτες σαν φάντασμα, άγνωστο το γιατί.

Το σπίτι του τεράστιο και θα πρέπει το μεγαλύτερο μέρος των δωματίων του να ήταν κλειστά. Τι να τα έκανε μόνος του, ένας γέρο μαγκούφης και πώς να φέρει βόλτα τη συντήρησή τους, αν και άλλες φήμες έλεγαν ότι έφερνε παραδουλεύτρες άγνωστες στους κατοίκους του χωριού, να του τα καθαρίσουν και να τα περιποιηθούν. Το πότε και το πώς γινόταν αυτό, κανείς δεν γνώριζε. Και όλα αυτά σε ένα χωριό που ήξερε ο ένας πότε φτερνίστηκε ο άλλος. Mα και μυστικές υπηρεσίες να διέθετε το χωριό, πάλι δεν θα γνώριζαν για τον Γέροντα περισσότερα πράγματα…

Ο μόνος και μοναδικός άνθρωπος που ήταν στον κήπο του επί καθημερινής βάσης, ήταν ένας, ξενομερίτης κι’ αυτός, φύλακας με συγκεκριμένες αρμοδιότητες και που σίγουρα θα έπαιρναν σε πρωτοτυπία το Α΄ βραβείο σε ανάλογο διαγωνισμό.

Κήπος που λέτε, ξερός και κατάξερος και μόνον κατ’ ευφημισμό τον ονόμαζαν έτσι, γνωρίζοντάς τον ίσως οι παλαιότεροι, τότε που ήταν άξιος να λέγεται κήπος. Μα πράγμα παράξενο, όπως και ο ιδιοκτήτης του, είχε ένα δέντρο όλο κι’ όλο, φυτρωμένο ποιος ξέρει πώς, και από ποιον. Mια πεντάμορφη δαμασκηνιά στο κέντρο του ακριβώς, που έσπαγε την ξεραΐλα και την μονοτονία του αφιλόξενου αυτού τοπίου. 

Την εποχή της καρποφορίας της ήταν κατάφορτη από τα νοστιμότερα δαμάσκηνα που έφαγε ποτέ άνθρωπος απ’ όλες τις γνωστές και άγνωστες ποικιλίες αυτού του φρούτου. Έτσι τουλάχιστον έλεγαν όσοι τα είχαν γευτεί και δεν έχουμε λόγο να μην τους πιστέψουμε. Ήταν δε τέτοιο το φορτίο που έφερε το κάθε κλαδί μικρό ή μεγάλο, που λύγιζε και πολλές φορές έσπαγε από το βάρος των γλυκόξινων καρπών της.

Η πιτσιρικιαρία του χωριού με ξαφνικές εφορμήσεις κατόρθωνε να παραβιάζει το χώρο, με την ανοχή, όπως υποψιαζόμαστε, του φύλακα, και να γεμίζει τα καλαθάκια με καρπούς για να ξεκουράζεται και η δαμασκηνίτσα από το υπερβολικό τους βάρος.

Ο άρχοντας έξαλλος, απειλούσε τους εισβολείς με Θεούς και δαίμονες και βλέποντας ότι δεν καταφέρνει να τους νικήσει παρ’ όλη τη φύλαξη του επιφορτισμένου για τούτο μόνο το σκοπό, φύλακα, που ήταν άλλωστε αυτή και μόνο αυτή η αρμοδιότητά του, (να φυλάει ένα δέντρο δηλαδή!), τους έσυρε στα δικαστήρια με την κατηγορία της καταπάτησης του ιδιωτικού του χώρου, της λεηλασίας της… περιουσίας του και δεν συμμαζεύεται!!!

Ήταν αυτή και η μοναδική περίπτωση που διέκοπτε τη σιωπή του, απολαμβάνοντας θαρρείς τις κατάρες και τις απειλές που εκτόξευε ένθεν κακείθεν, ως εάν αυτές να τον αναζωογονούσαν, σπάζοντας με την έντασή τους την ατμόσφαιρα στη μικρή αίθουσα του δικαστηρίου στο παραδιπλανό κεφαλοχώρι που ήταν η πρωτεύουσα της ευρύτερης περιοχής στην οποία ανήκε το χωριό. Ο δικαστής, ναι μεν έβλεπε το γελοίο της υπόθεσης, μα οι νόμοι ήταν νόμοι και οι ποινές στους μικρούς καταληψίες και τους γονείς τους αρκετά βαριές. Ο γέροντας σίγουρα ζούσε, για να απολαμβάνει αυτές ακριβώς τις δάφνες που αποκόμιζε από τα πιτσιρίκια. Και δαμασκηνιά να μην υπήρχε, κάτι άλλο μα την αλήθεια θα εφεύρισκε για να προκαλέσει τους μικρούς χωρικούς και μετά να έχει τη χαρά της νίκης του. Αυτό πια ήταν το μόνο σίγουρο.

Έλα όμως που και τα μικρά παιδιά μέσα στη ζωηράδα και την αγάπη τους για περιπέτειες δεν πτοούνταν και συνέχιζαν τις επιδρομές φανερές και κρυφές, σχεδιάζοντας τρόπους και κάνοντας επιτελικά σχέδια για την επίτευξη του σκοπού τους; Όχι ντε και καλά για να απολαύσουν τους καρπούς, μα για να εκδικηθούν τον άσπλαχνο γέρο που τους θύμιζε το γνωστό παραμύθι του Οscar Wilde. Ο δε φύλακας ο δόλιος, ήταν υποχρεωμένος να υφίσταται τις βρισιές, τις προσβολές και παρ’ ολίγον τις βουρδουλιές του μισητού αυτού ανθρώπου γιατί είχε ανάγκη από το μισθό που του έδινε για να τα φέρνει βόλτα με την οικογένειά του συνταξιούχος του Δημοσίου ων.

‘’Δν βαριέσαι’’ έλεγε, ‘’θα περάσει κι’ αυτό,’’ και βέβαια δεν ήταν καθόλου μα καθόλου ευτυχής και πολλές φορές τον άκουσαν να μουρμουράει: ‘’Πικρό ψωμί με ταΐζεις άρχοντα, πολύ πικρό ψωμί, όλα αντέχονται, μα την κακία σου, και τη τζαναμπετιά σου, νισάφι πια, δεν την μπορώ άλλο…’’

 

Ανάμεσα στους μικρούς Γιάννη Αγιάννηδες του χωριού ήταν και ένα εξάχρονο ξένο αγόρι που είχε τρέλα με το δέντρο του Γέροντα. Πού τον έχανες πού τον εύρισκες σκαρφαλωμένος ήταν στα κλαδιά της δαμασκηνιάς, που ήταν και ο μοναδικός φυτικός οργανισμός που καταλάβαινε τη αγωνιώδη ΕΣΩΤΕΡΙΚΉ φωνή του παιδιού. Και λέμε ‘’εσωτερική’’ γιατί η  κανονική του φωνή είχε χαθεί πριν τρία χρόνια σαν αποτέλεσμα του έντονου φόβου που ένιωσε όταν κοιμώμενος στην αυλή του σπιτιού του, είδε σαν ξύπνησε, ένα φίδι να έχει τυλιχτεί στο μικρό του πόδι και να μη μπορούν οι προστρέξαντες γονείς του να το απαλλάξουν εύκολα από τη γλοιώδη περίσφιξή του.

Ο αγροτικός γιατρός, τους βεβαίωσε ότι το πρόβλημα του παιδιού ήταν ψυχολογικό και όχι οργανικό, και ότι κάποια μελλοντική στιγμή, είτε αργά θα ήταν αυτή είτε άμεση, θα ξανά εύρισκε την φωνή του και η χαρά θα ξαναέμπαινε στο σπιτικό τους.

 Άλλους γιατρούς δεν συμβουλεύτηκαν. Αρκέστηκαν στον αγροτικό τους, ελλείψει χρημάτων και με την πίστη ότι τα πράγματα ήταν έτσι όπως τους τα είχε εκθέσει εκείνος.

 Μα δυστυχώς ο καιρός περνούσε και τίποτα δεν άλλαζε στη ζωή του μικρού, ο οποίος ναι μεν είχε χάσει τη λαλιά του, όχι όμως και την ακοή του που ήταν ιδιαίτερα οξυμένη. Έτσι ήταν υποχρεωμένος να υφίσταται την χλεύη των παιδιών, που μέσα στην σκληρότητά τους είχαν διαγράψει το όνομα του μικρούλη και αντί Μάρκο τον αποκαλούσαν πλέον ‘’ο Μουγκός ξένος’’.

 Σαν να λέμε, δύο οι ιδιαιτερότητες του παιδιού: η αλαλία του από τη μια, που ήρθε να προστεθεί στην άλλη, την προέλευσή του δηλαδή. Είχε περάσει από συμπληγάδες έως ότου με τον καιρό γίνει αποδεκτός στον κύκλο των μικρών παιδιών. Και όταν με το πέρασμα του χρόνου σχεδόν τα κατάφερε, γιατί και με τη γλώσσα τα είχε άριστα καταφέρει και η ξενική του προφορά είχε εξαφανιστεί κι’ αυτή, ήρθε το φίδι να του καταστρέψει το μικρό παράδεισο που είχε κτίσει με υπομονή και αγάπη. Και ξένος να μην ήταν, η αναπηρία που απέκτησε και ο αναγκαστικός ιδιότυπος τρόπος συνεννόησης με την νοηματική, ήταν αρκετός για να τραβήξει την κοροϊδία των παρ’ ολίγο ‘’φίλων’’ του. Τον ξέγραψαν με μιας. Έγινε το παιχνιδάκι τους.    

Η καρδιά και η ψυχή του μια πληγή.

Και σε ποιον να πει τον πόνο του, αλλά και να υπήρχε φίλος, πώς θα γινόταν να τον καταλάβει; Ήταν δυνατόν κάτι τέτoιο;

Έτσι τόσο αυτός, όσο και ο καημένος ο τρελός του χωριού, αποτελούσαν το δίδυμο της πλάκας, της κοροϊδίας, και της διασκέδασης συνομηλίκων και μεγαλύτερων παιδιών. Πολλές φορές τους κρέμαγαν κουδουνάκια στην πλάτη κρυφά, ή ακόμη χειρότερα τους κυνηγούσαν με τις πέτρες διασκεδάζοντας με τις άναρθρες κραυγές τρόμου που έβγαιναν από το στόμα των δύο αυτών δυστυχισμένων υπάρξεων.

Έτσι ο μικρούλης Μάρκος, ανέβαινε στην δαμασκηνίτσα σαν αίλουρος, με την πλήρη ανοχή του φύλακα, έτρωγε μέχρι σκασμού τους γλυκόξινους καρπούς της που του πρόσφερε με γενναιοδωρία το δέντρο, της έλεγε τον μεγάλο πόνο του, τα δικά του, άκουγε τα δικά της, για τη μοναξιά της κυρίως και εύρισκε με τον τρόπο αυτό μια κάποια ψυχική ισορροπία.

Τα πράγματα δυσκόλευαν σαν έπεφταν τα φύλλα του αγαπημένου καρποφόρου το χειμώνα και έμενε γυμνό. Εκείνος όμως τα κατάφερνε να κρύβεται μέσα σε ένα σύμπλεγμα κλαδιών που επίτηδες θαρρείς και η δαμα-σκηνίτσα είχε πλέξει, για να φιλοξενεί το φιλαράκο της, εξασφαλίζοντάς του ένα καταφύγιο, ένα είδος φωλιάς.

Ο Μάρκος, ‘’μιλούσε’’ στα πολλά πολλά ματάκια της, όσον καιρό κρατούσαν τα βλέφαρά τους κλειστά σε έναν ύπνο χειμωνιάτικο, νανουρίζοντάς τα με το τραγούδι της ψυχής του. Και η χαρά του ήταν απερίγραπτη όταν νωρίς την Άνοιξη έβλεπε από κει να σκάνε τα πρώτα φυλλαράκια του φυτού. Ένιωθε σχεδόν ευτυχισμένος.

Η Φιλία δέντρου και παιδιού  έκανε καλό και στους δύο. Το αποτέλεσμα ήταν να έχει η δαμασκηνιά τόσους καρπούς όσο 4-5 αδερφάδες της μαζί στο χωριό, μαζί ακόμη με 2-3 εξαδέλφες της κορομηλιές!!!. Μα κανένα, κανένα δέντρο δεν είχε τέτοια γλύκα και τέτοια ποιότητα καρπών σαν τούτη τη φίλη του παιδιού. Να έπαιρνε λέτε γλύκα από τη γλύκα της αγάπης τους, της φιλίας τους; Πολύ πιθανόν. Και όταν οι καρποί βάραιναν τα κλαδιά της, σε σημείο που πολλά από αυτά να λυγίζουν και να σπάνε, το παιδί υπέφερε, νομίζοντας ότι το δέντρο πονάει και υποφέρει και το έπιανε απελπισία. Και μια φορά δεν άντεξε άλλο.

Έτρεξε και βρήκε τους πρώην φίλους του που τον είχαν εγκαταλείψει και με νοήματα τους έδωσε να καταλάβουν τι τους ζητούσε να κάνουν. Τα παιδιά στην αρχή έβαλαν τα γέλια και άρχισαν τις γνωστές κοροϊδίες μα τον Μάρκο δεν τον ένοιαζε. Και φαίνεται ότι ήταν τόσο συγκινητικός με το βουβό του παρακάλι που τα έπεισε να κάνουν αυτό που τους ζητούσε Τους εξίταρε βέβαια και η περιπέτεια που θα είχαν να αντιμετωπίσουν, έτσι και τους έβλεπε ο Γέροντας. Φωνές, βλαστήμιες, κατάρες, μαγκουριές. Και απορίας άξιον πώς και ακόμη δεν είχε πιάσει κανένα όπλο στα χέρια του. Ίσως και να μην ήθελε να τραβήξει τα πράγματα στα άκρα, γιατί τότε σίγουρα, δεν θα είχε θέση και εκείνος, στο χωριό το ίδιο.

Κρατώντας από ένα ευμέγεθες καλάθι το καθένα από τα παιδιά, με θάρρος, θράσος και λεβεντιά, πήγαν και ξαλάφρωσαν το δέντρο, προσφέροντας τόσο στον εαυτό τους όσο και σ΄ αυτό, μεγάλο όφελος.

Στεναγμός ανακούφισης ακούστηκε από το άλαλο στόμα του παιδιού και δάκρυα ευγνωμοσύνης γέμισαν τα ματάκια του. Τους θεώρησε σωτήρες της φίλης του. Λίγο το’ χες;

Όμως το γιουρούσι, ήταν δυνατόν να περάσει έτσι, ‘’αβρόχοις ποσίν,’’ όπως έλεγε ο σοφός δάσκαλος, από τον γέροντα; Ο οποίος σε έξαλλη κατάσταση, ξεσπώντας το μένος του πρώτα στον φύλακα και μετά σε ένα από τα πιτσιρίκια που πρόλαβε να πιάσει δίνοντάς του κάτι σφαλιάρες που σίγουρα ο μικρός θα θυμόταν σε όλη του τη ζωή, ανέμιζε τη μαγκούρα του φωνάζοντας:

 «Απολύεσαι καταραμένε προδότη. Να πας στα τσακίδια. Σε διώχνω από τη δούλεψή μου, γιατί όχι μόνο δεν φάνηκες ικανός να προστατεύσεις την περιουσία μου, αλλά έγινες και αιτία να γίνει αυτό που θα ακολουθήσει. Θα το κόψω το καταραμένο το δέντρο, που μόνο φασαρίες μου έχει προσφέρει μέχρι τώρα, αφού, μήτε τους καρπούς του μπορώ να φάω, (μήτε ένα δόντι στο γέρικο στόμα) μήτε τη σκιά του να χαρώ.

«Και το μπλέντερ γιατί το’ χεις αφεντικό;» Τον ρωτάει θαρραλέα ο φύλακας. «Δεν μπορείς να φανταστείς τι νέκταρ θεϊκό θα σου πρόσφεραν τούτοι εδώ οι καρποί που περιφρονείς και που όλοι μακαρίζουν την τύχη σου που το δέντρο αυτό, το τόσο υπέροχο είναι δικό σου».

Και τον κακό Γέροντα σιγά και μη τον άγγιζαν τα σοφά λόγια που υπό τύπο συμβουλής  του είπε ο καλοκάγαθος φύλακας.

Και αγριεμένος το ίδιο πολύ πάντα, συνέχισε :«Μωρέ όχι μόνο θα το κόψω, μα θα το ξεριζώσω να μη ξαναγεννηθεί μελλοντικά από τις ρηχές του καταραμένες ρίζες.»

 

Τα παιδιά, εντωμεταξύ, αψηφώντας απειλές, κατάρες και αγριάδες, αποχώρησαν από το πεδίον του παραλόγου, με τα καλαθάκια τους γεμάτα ευλογημένους καρπούς, που αν δεν τους έκοβαν αυτοί, πέρα από το γεγονός που θα αχρηστεύονταν πέφτοντας, θα καταστρέφονταν και το ίδιο το δέντρο από το αφύσικα μεγάλο βάρος.

Ο Μάρκος έμεινε μόνος, μαρμαρωμένος, τρομαγμένος και απελπισμένος.

Έπεσε στα γόνατα και με νοήματα ικέτευσε τον άρχοντα να μην πειράξει την φίλη του. Μα το μόνο που κι’ αυτός κατάφερε ήταν να εισπράξει μια γερή μαγκουριά, από τον αφρίζοντα από μίσος άρχοντα, ο οποίος και διέταξε τον φύλακα να πετάξει τον μικρό μουγκό έξω από τον κήπο πριν αναγκαστεί να τον κάνει μαύρο στο ξύλο.

Το παιδί, δεν έκλεισε μάτι τη νύχτα όλη και από το ξημέρωμα βρέθηκε να είναι σκαρφαλωμένος και κρυμμένος στο δέντρο του, στην φιλόξενη πυκνή φυλλωσιά της δαμασκηνιάς που τον κρατούσε αόρατο.

Της μιλούσε, σε τρείς γλώσσες: Στη γλώσσα των βουβών και στις δυο γλώσσες της καρδιάς του, στα ελληνικά δηλαδή καθώς και σ’ αυτήν της μακρινής πατρίδας των γονιών του που την αγαπούσε και που αν και βουβός μιλούσε πολλές φορές μ’ αυτήν τη γλώσσα στην ‘’φίλη’’ του, γιατί δεν ήθελε να την ξεχάσει, βέβαιος ότι το δέντρο την καταλάβαινε.

Την παρηγορούσε λοιπόν και της υποσχόταν ότι θα έδινε και τη ζωή του για να μην αφήσει κανέναν να της κάνει κακό.

Μα δεν πέρασε πολλή ώρα και ο Μάρκος βλέπει να καταφτάνουν στον κήπο δύο άντρες με κάτι τεράστια σιδεροπρίονα και τον Γέροντα να τους δίνει οδηγίες για το τι πρέπει να κάνουν, εμμένοντας και τονίζοντας το σημείο του ξεπατώματος του δέντρου από τις ρίζες του.

Το παιδί ένιωσε να του φεύγει η ψυχή.

«Μη φοβάσαι δαμασκηνίτσα μου» της λέει ο μικρός. Τίποτα δεν θα πάθεις. Μα και αν είναι γραφτό σου να πεθάνεις θα πεθάνω κι’ εγώ μαζί σου. Κανείς δεν πρόκειται να μας χωρίσει ποτέ». της είπε, και κατεβαίνοντας από το δέντρο αγκαλιάζει τον κορμό του σφιχτά λέγοντας δυνατά, με ολοκάθαρη φωνή και άπταιστα ελληνικά:

«Αν είναι να σκοτώσεις τη δαμασκηνίτσα άρχοντά μου, εγώ ο μικρός δεν μπορώ βέβαια να σε εμποδίσω. Να ξέρεις όμως ότι θα πρέπει να σκοτώσεις και μένα μαζί της».

Ο Γέροντας που βέβαια γνώριζε τον μικρό και τη δραματική του ιστορία, που για μήνες και χρόνια ήταν στο στόμα των χωρικών, κατορθώνοντας να διαπεράσει τις θεόκλειστες πόρτες και παράθυρά του και να φτάσει μέχρι και τα δικά του έκπληκτα αφτιά, ακούει τώρα τον μικρό να του μιλάει, χωρίς εκείνος να έχει ακόμη συνειδητοποιήσει αυτό που του συνέβη.

«Βρε συ ΜΙΛΑΣ;;;» του λέει κατάπληκτος.

Και μόνο τότε ο Μάρκος κατάλαβε την κοσμογονία που έγινε στη ζωή του…..

Οι χωρικοί, ειδοποιημένοι από τον φύλακα, είχαν καταφτάσει εν τω μεταξύ στον κήπο και στέκονταν εκεί, παρατεταγμένοι ημικυκλικά παρακολου θώντας τα διαδραματιζόμενα σαν σε χορό αρχαίας τραγωδίας.

Βλέποντας και κυρίως ακούγοντας το μικρό μουγκό αγόρι να μιλάει στον γέροντα, σταυροκοπηθήκαν και ένα μουρμουρητό έκστασης, θυμού, απορίας και λύτρωσης, ακούστηκε από το στόμα τους.

Μέχρι που κάποιος από το πλήθος εκστασιασμένος αναφώνησε: «Συγχωριανοί, ο μικρός μιλάει, το ακούτε; ΜΙ- ΛΑ- ΕΙ».

Η κυρά Σαβίνα η μάνα του Μάρκου που ήταν και αυτή ανάμεσα στους γείτονες, μην αντέχοντας το βάρος της μεγάλης χαράς λιποθύμησε. Μα γρήγορα συνήλθε και με τη βοήθεια των συγχωριανών που την θεωρούσαν δικό τους άνθρωπο, έτρεξε να αγκαλιάσει το βλαστάρι της.

Ο άρχοντας τα είχε τελείως χαμένα. Και όχι μόνον αυτό, αλλά θαρρείς και χάθηκε με μιας όλη του η κακία, η αγριάδα και ο θυμός.

Έπιασε τον Μάριο από τους ώμους και του είπε:

«Εν τάξει μικρέ. Με νίκησες.

Δική σου η Δαμασκηνιά, δικά σου και όλα τα δέντρα που θα φυτέψουμε στον κήπο να της κάνουν παρέα να μη μένει μόνη της».

Σηκώνοντας δε τα χέρια του ψηλά δείχνοντας τον ουρανό, αναφώνησε με στεντόρεια φωνή:

« ΑΓΑΠΗ,  ΑΓΑΠΗ,  ΜΕ  ΝΊΚΗΣΕΣ, αλλά χαλάλι σου και σ’ ευχαριστώ».

Το χειροκρότημα των συγχωριανών του ήταν Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ στη ομολογία που της απηύθυνε μόλις πριν λίγο ο γέροντας… Και ήταν η απάντηση αυτή, δοσμένη σε μια γλώσσα Esperanto θα λέγαμε, για να την καταλαβαίνουν ΌΛΟΙ!!!!

 

Τ   Ε   Λ   Ο   Σ

 

Το παραμύθι αυτό βραβεύτηκε με τον Γ΄ Έπαινο στον διαγωνισμό 2015 της ‘Εταιρίας Τεχνών Επιστημών και Πολιτισμού Κερατσινίου.

Λένα Μαυρουδή Μούλιου.

 

 

***

Επιστροφή στην αρχή!

Πατήστε πάνω στο βελάκι!

FOLLOW ME

  • Facebook Classic
  • Twitter Classic
  • c-youtube

© 2023 by Samanta Jonse. Proudly created with Wix.com