Διηγήματα Κωνσταντίνου Θ. Τέμπου

ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ

Όταν, για πρώτη φορά, συνειδητοποίησε την αµείλικτη αλήθεια, ένιωσε ν’ απλώνεται γύρω του και µέσα του η σκοτεινή, η ανέλπιστη νύχτα. Τα πρόσωπα, τα πράγµατα, κάθε τι που είχε δει κι είχε αγαπήσει, άρχισαν, µέρα µε την µέρα, να γίνονται αβέβαια, ακαθόριστα.

Ήταν ‘Ανοιξη. Μια αµυγδαλιά άνθιζε στον κήπο του σπιτιού του. ΄Αλλοτε χαιρόταν την ανθοφορία της. Όταν βράδιαζε, στο βάθος, στη δηµοσιά, τα φωτεινά τόξα κάποιου κέντρου σπάθιζαν το σκοτάδι αναβοσβήνοντας. Του άρεσε να παρακολουθεί, µέσ’ απ’ την κλειστή τζαµόπορτα της βεράντας, τα στιγµιαία φωτεινά διαλείµµατα. Τώρα, οι λευκές γιρλάντες της αµυγδαλιάς φάνταζαν στις ανήµπορες κόρες των µατιών του σαν πένθιµα κρέπια. Και τα φωτεινά τόξα λιποθυµούσαν στην οπτική του γωνία. Ο γιατρός του είχε πει :

Δεν υπάρχει καµιά ελπίδα.

Δεν υπάρχει καµιά ελπίδα ; ρώτησε σιγανά, κι η φωνή του είχε κάτι το απόκοσµο.

Δυστυχώς όχι, του απάντησε ο γιατρός. Έπρεπε να το είχατε φροντίσει από καιρό, όταν παρουσιάστηκαν τα πρώτα συµπτώµατα της νόσου. Τώρα είναι αργά.

Αυτό το αργά έκρουσε τις πύλες της ακοής του σαν απόηχος µακρινής, βαθύλαλης καµπάνας που σήµαινε το τέλος της ανθρώπινης περιπέτειας...

Όλη του η ζωή υπήρξε µια στάση προσµονής. Μιας µάταιης προσµονής. Όταν τέλειωσε το γυµνάσιο, γύρεψε ένα σίγουρο καταφύγιο, µια µόνιµη στέγη, και την βρήκε στο κτίριο µιας µεγάλης τράπεζας. Απ’ την κεντρική πύλη του γυµνασίου µέχρι την πόρτα της τράπεζας η απόσταση δεν ξεπερνούσε τα εκατό µέτρα.

Την κάλυψε σε διάστηµα δευτερολέπτων. Απ’ την στιγµή όµως που σφηνώθηκε µπροστά σ’ ένα τραπέζι δεξιά των εισερχοµένων, ο κύκλος των ωρών, πλαταίνοντας, του έδωσε µια καινούργια αίσθηση της διάστασης του χρόνου. Οι λεπτοδείχτες στο µεγάλο εντοιχισµένο ρολόι της τράπεζας γυρόφερναν το καντράν µε µιαν άργητα εκνευριστική.

Σκυµµένος πάνω από µια στοίβα χαρτιών διάρθρωνε τα υλικά συµφέροντα της τράπεζας µε τις ροµαντικές του ενοράσεις που τις θέρµανε ο ασίγαστος πόθος για την ευτυχία. Έτσι, ξαφνικά, πίσω από µια ψυχρή, ισόρροπη παράταξη αριθµών, πρόβαινε µια ζεστή, σύνθετη εικόνα ονείρων. Ο προϊστάµενός του, ελέγχοντας µια µέρα τα χαρτιά του, ανακάλυψε, ανάµεσα σ’ ένα πολλαπλασιασµό και µια διαίρεση, παράξενα σχήµατα, φτιαγµένα µε τελείες και παύλες : το σκαρί ενός τραίνου, το φουγάρο πλοίου, την αβέβαιη µορφή µιας γυναίκας. . .

Τι είναι αυτά ; ρώτησε ο προϊστάµενος αυστηρά.

Αναψοκοκκίνισε, σάστισε και τραύλισε µια δικαιολογία αρπαγµένη στην τύχη :

Μου αρέσει να σχεδιάζω. . ..

Τότε, θάπρεπε να γίνεις σχεδιαστής κι όχι τραπεζικός υπάλληλος.

Ονειρευόταν την ευτυχία. Την οραµατιζόταν σαν µια πράξη φυγής. Με πλοίο, µε τραίνο. Σε ανοιχτούς ορίζοντες. Στις µακρινές θάλασσες. Στις ηλιόλουστες πολιτείες του Νότου. Με την συντροφιά µιας γυναίκας. ’Ηταν στιγµές που τα τέσσερα ντουβάρια του γραφείου έπαιρναν στη φαντασία του την γρανιτένια δοµή και τις εφιαλτικές διαστάσεις κυκλώπειου τείχους. Και τότε, η εναγώνια προσδοκία της φυγής του υπαγόρευε αποφάσεις που τις θεωρούσε ανέκκλητες. Θα φύγω,  µονολογούσε, θα παραιτηθώ. Το άλλο πρωί, οι χλωµές ακτίνες του ήλιου, που κατέβαιναν προσεκτικά απ’ τον ψηλό φεγγίτη, σηµάδευαν την παρουσία του στο τραπέζι δεξιά τω εισερχοµένω...

Στα δεκάξη του χρόνια έθαψε τον πατέρα του. Η µάνα του σκοτώθηκε σε δυστύχηµα, δυό χρόνια νωρίτερα. Έµεινε µόνος στον παλιό πατρικό πύργο. Μόνος, µε τον εαυτό του και την σιωπή. Στις απέραντες παγερές κάµαρες του πύργου ριγούσαν οι αναµνήσεις των παιδικών του χρόνων. Τις δειλινές, χειµωνιάτικες ώρες, έβλεπε, σαν σε οθόνη, διαφάνειες που η µνήµη αποτύπωσε ανεξίτηλα. Τα προσφιλή του πρόσωπα ξαναζωντάνευαν. Λόγια, ειπωµένα σε ώρες αγάπης και σε ώρες οργής, ανακτούσαν την ηχητική τους υπόσταση. Μια ξεθωριασµένη φωτογραφία, κρεµασµένη πάνω άπ’ το ερειπωµένο τζάκι, του θύµιζε µιαν ανεπανάληπτη στιγµή απ’ τον κόσµο των παιδικών του βιωµάτων. Κάθε φορά που στύλωνε το βλέµµα του σε κείνη την φωτογραφία ένιωθε ένα σφίξιµο στην καρδιά.

Πατροπαράδοτα ρητά, κεντηµένα απ’ την µητέρα του µε πολλή φροντίδα κι αφελή πίστη σε καµβά («να ελπίζεις και να πιστεύεις, κι αυτό θα περάσει, το αύριο θα είναι καλύτερο απ’ το σήµερα») του φαίνονταν τώρα σαν άχρηστη συγκοµιδή από ξεπερασµένες αξίες που δεν ανταποκρίνονταν στο βαθύτερο νόηµα της ζωής. Και συχνά αναρωτιόταν :

Γιατί ζούµε; Ποιό σκοπό έχει η ζωή µας; Πως πρέπει να ζούµε; Τι πρέπει να πιστεύουµε; Τι είναι ο θάνατος ;

Απ’ την στιγµή που τ’ αµείλικτα κι αναπάντητα γιατί άρχισαν να τον βασανίζουν, σαν µια επάλληλη συστοιχία από οδυνηρές αµφιβολίες, ο κόσµος πρόβαλε στα µάτια του αλλόκοτος, παράλογος, ακατανόητος.

Τι υπάρχει πέρα απ’ αυτό που λέµε ζωή; σκεφτόταν. Και, καθώς αδυνατούσε να βρει µια λογική εξήγηση, ένιωθε να βουλιάζει σε µιαν απύθµενη άβυσσο...

‘Οσο διάβαινε ο καιρός και η αλλοτρίωση πύκνωσε µέσα του και γύρω του τόσο και πιο έντονα αισθανόταν την απουσία της γυναίκας. Είχε φανταστεί ή, πιο σωστά, είχε εφεύρει έναν ιδανικό τύπο γυναίκας, της πιο αγαπηµένης ανάµεσα στις αγαπηµένες, και την βάφτισε Υλαγιαλή — µνήµη άπ’ την Πείνα του Χάµσουν. Φώναζε τ’ όνοµα της :

Υλαγιαλή, Υλαγιαλή !

Κι ο αντίλαλος αποκρινόταν στην φλογερή του επίκληση :

Υλαγιαλή, Υλαγιαλή...

Κάποιο φθινοπωρινό απόβραδο είδε να υλοποιείται το όνειρο του : µια δεσποσύνη γλίστρησε στον κήπο, κοίταξε τα κλειστά παράθυρα του πύργου, αφουγκράστηκε την σιωπή, έσκυψε κι έκοψε ένα λουλούδι. Καθώς ανασηκώθηκε συνάντησε το βλέµµα του, και το χέρι της µε το λουλούδι έµεινε µετέωρο.

Κόψτε όσα λουλούδια θέλετε, της είπε εκείνος.

Η κοπέλα του χαµογέλασε και τον ευχαρίστησε. Το χαµόγελο της ήταν µια υπόσχεση που δεν άργησε να γίνει πραγµατικότητα. Τ’ απογεύµατα έσµιγαν στον κήπο. Ζούσαν σαν µέσα σε όνειρο. Η κοπέλα τραγουδούσε :

Μιαν όµορφη µέρα ψηλά στον αγέρα

πουλιά κελαηδούσαν...

Πανώριες κοπέλες που είχανε δέσει

σφιχτά στα µαλλιά τους γαλάζιες κορδέλες

γι’ αγάπη µιλούσαν...

Μιαν όµορφη µέρα στα έλατα

πέρα σε είδα, χαρά µου...

Στα µαύρα σου µάτια στα ολόδροσα χείλη

τα ρόδα τ’ Απρίλη άνθιζαν, γλυκιά µου...

Υλαγιαλή, της ψιθύριζε εκείνος, ενώ την φιλούσε.

Κι αυτή του αποκρινόταν, πειραγµένη :

Μα, σου τόπα, δεν µε λένε γυαλί. Τ’ όνοµα µου είναι Κατερίνα.

Η Κατερίνα ήταν ένα χλωµό κορίτσι µε µεγάλα λυπηµένα µάτια. ‘Όταν την κοίταζε εκείνος, τα µάτια της πεταλούδιζαν ανήσυχα.

Πέρασε το φθινόπωρο κι ήρθε ο χειµώνας. Η Κατερίνα έπεσε βαριά άρρωστη. Και µια µέρα, που ξέσπασε καταιγίδα, εκείνος έψαξε να την βρει. Πήγε στην όχθη του ποταµού, ανέβηκε στην πλαγιά του βουνού, εκεί όπου µαζί της είχε αντικρύσει το ηλιοβασίλεµα, έτρεξε στην πηγή, όπου δρόσιζαν τα χείλη τους, που έκαιγαν απ’ τα φιλιά τους. Φώναζε τ΄όνοµά της, κι ο αντίλαλος το ξανάστελνε πίσω. Και, τότε, ξαφνικά, θυµήθηκε πως είχε...πεθάνει...

Καθώς περνούσαν τα χρόνια αισθανόταν, σιγά - σιγά να τον σαβανώνει η απουσία, το χάος, το βιβλικό χάος. Έψαχνε να βρει µια πίστη, ένα ιδανικό που να του γέµιζε το κενό που υπήρχε εντός του. Έλεγε τον άνεµο αδελφό, κι ο άνεµος ξερίζωνε τα δέντρα, ερήµωνε τους κάµπους. Έλεγε την βροχή αδελφή του, κι η βροχή έπνιγε τους αδελφούς της ανθρώπους στις υπόγειες κατοικίες τους. ΄Οπου κι αν γύριζε να κοιτάξει, αντίκριζε µιαν ατέλειωτη λιτανεία από βασανισµένες, ανθρώπινες υπάρξεις που βάδιζαν στον θάνατο χωρίς να συναντούν πουθενά την αγάπη του Θεού. Αυτή η µηδενιστική εµπειρία του του υπαγόρεψε τον πικρό στοχασµό :

Το µηδέν είναι το πεπρωµένο του ανθρώπου. Η µόνη πραγµατικότητα είναι το τίποτα, και µοναδική στάση η απόγνωση....

Την Άνοιξη, όταν άνθιζαν οι τριανταφυλλιές, κατέβαινε στον κήπο του πύργου. Η ανάµνηση της Κατερίνας του σπάραζε την καρδιά.

Κατερίνα, ψιθύριζε, Κατερίνα αγαπηµένη, δεν θα σε ξαναδώ ;

Μια µυστικόπαθη, απόµακρη φωνή του αποκρινόταν :

Θα µε ξαναδείς στην αστραπή µιας καταιγίδας, και θα µε ξανακούσεις στον ψίθυρο του ανέµου... Η πνοή του ανέµου θα σε φιλήσει στα µάτια, κι ο άνεµος θα είµαι εγώ...Στη λάµψη της αστραπής θα δεις το πρόσωπό µου, γιατί η αστραπή θα είµαι εγώ...

Η τύφλωση ήρθε στα πενήντα του χρόνια, θρονιασµένος σε κάποιο παράθυρο του πύργου, τυλιγµένος στη σιωπή, βυθισµένος στην αιώνια νύχτα, ακινητούσε µέσ’ τον χρόνο και τον χώρο. Δεν υπήρχε πια γι’ αυτόν παρελθόν, παρόν η µέλλον. Υπήρχε µονάχα εκείνη η συγκεκριµένη ώρα που τα µάτια της ψυχής του έψαχναν µε αγωνία ν’ ανακαλύψουν κάποιο φως, κάποιο νόηµα στο αξεδιάλυτο µυστήριο της ανθρώπινης ύπαρξης. . .

FOLLOW ME

  • Facebook Classic
  • Twitter Classic
  • c-youtube

© 2023 by Samanta Jonse. Proudly created with Wix.com