Συνέντευξη απ' την Λυδία Ψαραδέλλη

Γεράσιμος Μοσχόπουλος: Γεια σου Λυδία. Επίτρεψέ μου να σου μιλάω στον ενικό μιας και γνωριζόμαστε. Χαίρομαι που θα έχω την ευκαιρία να σου πάρω συνέντευξη, καθώς γνωρίζω πως το έργο σου στη λογοτεχνία έχει πολλές μορφές. Θα πάμε αργότερα σε αυτό, όμως. Η πρώτη ερώτηση είναι κλασσική και αφορά στο πότε ξεκίνησες να γράφεις και πως έγινε αυτό; Θέλω να πω το σκεφτόσουνα ή ξαφνικά κάποια στιγμή έπιασες στυλό και χαρτί και άρχισες να γράφεις;

 

Λυδία Ψαραδέλλη:  Σε ευχαριστώ πολύ, Γεράσιμε για τη φιλοξενία. Χωρίς να το καταλαβαίνω η συγγραφή ήταν στην καρδιά μου από πολύ μικρή ηλικία. Συνειδητοποίησα πόσο αγαπώ την ενασχόληση με την συγγραφή, καθώς πέρναγαν τα χρόνια και ο χρόνος μου πλέον μοιράστηκε μεταξύ ανάγνωσης αγαπημένων βιβλίων και συγγραφής. Τότε αποφάσισα ότι θέλω να δουλέψω πάνω στον τρόπο της συγγραφικής δημιουργίας. Παρακολούθησα στη σχολή του Παναγιώτη Καποδίστρια, «Tabula Rasa», μαθήματα δημιουργικής γραφής, σεναρίου και άλλων τρόπων έκφρασης γιατί στην αρχή κι εγώ δεν γνώριζα ποιος τρόπος έκφρασης μου ταίριαζε, καθώς ένιωθα να με γοητεύουν όλοι. Κατόπιν, παρακολούθησα μαθήματα σε πανεπιστήμια του εξωτερικού για να ενισχύσω τις γνώσεις μου. Η ίδια η ζωή με οδήγησε στην συγγραφή.

 

ΓΜ: Αυτό που θα ήθελα να μάθω τώρα είναι τί σε εμπνέει περισσότερο; Το δράμα ή η κωμωδία, ή οι ρομαντικές ιστορίες, ή οι περιπέτειες, ή μήπως ένα κράμα από όλα αυτά;

 

ΛΨ: Εμπνέομαι το ίδιο από όλα και εκφράζομαι μέσα από αυτά, αλλά παρατηρώ μια ροπή προς τις ιστορίες που μπορώ να χρησιμοποιήσω στοιχεία μυστηρίου και να δημιουργήσω έντονα συναισθήματα. Με εμπνέει το παρελθόν, οι ρίζες μας, οι ανθρώπινοι δεσμοί αλλά και το μυστήριο.

 

ΓΜ: Απ’ ό,τι γνωρίζω δεν γράφεις μόνο, αλλά μαθαίνεις και σε άλλους να γράφουν και μάλιστα να γράφουν μυθιστόρημα! Τί χρειάζεται να διαθέτει κάποιος για να γράψει ένα μυθιστόρημα; Μπορούν να το κάνουν όλοι;

 

ΛΨ: Για να γράψει κάποιος ένα μυθιστόρημα χρειάζεται υπομονή, επιμονή και όχι μόνο επιθυμία. Για να γράψει ένα μυθιστόρημα που θα κερδίσει αναγνώστες, χρειάζεται πολλή δουλειά. Καθημερινή δουλειά με τον εαυτό του, αφοσίωση και μεγάλη αγάπη. Όλοι μπορούμε να γράψουμε ένα μυθιστόρημα, το ζητούμενο είναι πόσο πολύ το θέλουμε και πόση δουλειά είμαστε διατεθιμένοι να κάνουμε. Το αν μπορούμε όλοι να γράψουμε ένα Best Seller ή ένα «ποιοτικό» μυθιστόρημα, είναι μεγάλη συζήτηση. Και τα δύο δεν είναι απόλυτα εξαρτώμενα από το ταλέντο του συγγραφέα.

 

ΓΜ: Θα επιμείνω στα μαθήματα Δημιουργικής Γραφής που κάνεις, καθώς αφενός το θεωρώ εξαιρετικά ενδιαφέρον κι αφετέρου τον τελευταίο καιρό έχουν ανοίξει πολλές σχολές Δημιουργικής Γραφής, οπότε σε τί διαφοροποιείσαι από τις άλλες σχολές; Κάποιος που ενδιαφέρεται να ξεκινήσει τί θα πρέπει να ψάξει στον/ην καθηγητή/τριά του;

 

 

ΛΨ: Χαίρομαι ιδιαίτερα που πλέον και στην χώρα μας υπάρχουν πολλές σχολές και συγγραφείς να μας μάθουν ακόμα περισσότερα πράγματα. Από πολλές απόψεις και γω είμαι μια από τις «μαθήτριες» συγγραφείς της χώρας μας. Η μάθηση δεν σταματά ποτέ. Δεν είμαι γκουρού της συγγραφής. Η δική μου ενασχόληση με την συγγραφική διαδικασία με οδήγησε στο σήμερα. Αυτό που κάνω είναι να μοιράζομαι αυτά που έχω μάθει μέχρι σήμερα, με ανθρώπους που θέλουν να πραγματοποιήσουμε μαζί αυτό το ταξίδι. Μου αρέσει πολύ γιατί μέσα από αυτή την διαδικασία έχω γνωρίσει ταλαντούχους δημιουργούς και απίστευτους ανθρώπους. Νιώθω να με περιβάλλουν με αγάπη ενώ συζητάμε τα κοινά μας ενδιαφέροντα και τους ενθαρρύνω να ολοκληρώσουν αυτό που θέλουν. Στην πορεία μαθαίνουμε όλα αυτά που πρέπει να γνωρίζουν και πως μπορούν να εξελιχθούν σαν συγγραφείς. Θεωρώ ότι αυτό είναι και το κυριότερο που πρέπει να ψάξει ένας λογοτέχνης στον καθηγητή του: την πλήρη προσωπική καθοδήγηση και υποστήριξη. Είναι βασικό κομμάτι και η έλλειψή της, μπορεί να στερήσει από τον κόσμο έναν επόμενο μεγάλο λογοτέχνη.

 

ΓΜ: Επιπλέον, θέλω να σε ρωτήσω ότι παρατήρησα στο χρονικό σχεδιάγραμμα που έχεις φτιάξει για το ποιά βήματα πρέπει να ακολουθήσει κανείς προκειμένου να γράψει ένα μυθιστόρημα, βάζεις πρώτα τον σχεδιασμό των χαρακτήτων και μετά την πλοκή του κειμένου. Ποιό πιστεύεις είναι πιο καθοριστικό για την συγγραφή του έργου: 1) Το βάθος των χαρακτήρων ή 2) η πλοκή;

 

ΛΨ: Δίνω πράγματι μεγάλο βάρος στην δημιουργία των χαρακτήρων γιατί γνωρίζω ότι αν δεν είναι δουλεμένοι σωστά, δεν θα μπορέσουν να πείσουν τον αναγνώστη. Φυσικά, και η πλοκή πρέπει να είναι εξίσου φροντισμένη και δουλεμένη.

 

ΓΜ: Σε αυτό το σημείο της συνέντευξης θέλω να περάσω στο δικό σου πρόσφατο, πολυσυζητημένο και βραβευμένο συγγραφικό σου έργο από τις εκδόσεις Εντύποις. Φυσικά, εννοώ «Το μυστικό της καρυδιάς». Ήταν ομαδικό έργο, καθώς το έγραψες με την Μηλέβα Αναστασιάδου. Πως ήταν η συνεργασία σας; Θα την χαρακτήριζες αρμονική ή είχε κάποιες τρικυμίες που όμως καταλήγανε πάντα σε απάνεμο λιμάνι;

 

ΛΨ: Η σχέση και η συνεργασία μας υπήρξε καθ’ όλα αρμονική, καθόλου ανταγωνιστική αλλά πάντα ενθαρρυντική και υποστηρικτική. Χαίρομαι πάντα με τις επιτυχίες της. Η Μηλέβα αποτελεί έναν μεγάλο θησαυρό στην δική μου συγγραφική πορεία. Με βοήθησε να ωριμάσω συγγραφικά και θα μας συνδέει μια ζωή ένα βιβλίο το οποίο δουλέψαμε και οι δύο με πολλή αγάπη. Είχα την απίστευτη τύχη, η ζωή να μου χαρίσει μια καρδιακή φίλη που μαζί δημιουργήσαμε ένα επιτυχημένο Μυστικό. Εδώ θα επανέλθω στο θέμα των χαρακτήρων. Κατά την διάρκεια της αφήγησης της ιστορίας του «Μυστικού της Καρυδιάς» τα γεγονότα έρρεαν σα νεράκι καθώς οι χαρακτήρες είχαν δομηθεί σωστά και γνωρίζαμε πως θα αντιδράσουν σε κάθε εξωτερικό ερέθισμα. Έτσι δεν διαφωνήσαμε ποτέ σε κάτι. Οι συζητήσεις μας στρεφόντουσαν γύρω από τον τρόπο που θα αντιμετώπιζε ο κάθε χαρακτήρας τις όποιες προκλήσεις και εμπόδια αντιμετώπιζε.

 

ΓΜ: Τί πραγματεύεται «Το μυστικό της καρυδιάς» και τί θέλετε να πετύχετε μαζί με τη συνάδελφο λογοτέχνιδα μέσω της συγγραφής του βιβλίου; Θέλετε περισσότερο να ταξιδέψετε τον αναγνώστη σε ένα συναρπαστικό ταξίδι που δεν μπορεί να το έχει στην προσωπική του ζωή ή θέλετε να τον κάνετε να σκεφτεί τα κοινωνικά προβλήματα;

 

ΛΨ: Στήσαμε μια πολυσύνθετη υπόθεση, που ασχολείται με σύγχρονα κοινωνικά προβλήματα. Αυτό που επιδιώξαμε από την αρχή ήταν να γράψουμε ένα βιβλίο που να θέλουμε εμείς, πρώτα από όλους, να διαβάζουμε ξανά και ξανά και κάθε φορά να έχει και κάτι διαφορετικό να μας προσφέρει. Τις τελευταίες μέρες, «Το Μυστικό της Καρυδιάς» ταξιδεύει μαζί μου στις διαδρομές μου στο τρένο και το Μετρό. Πολλές φορές σκέφτομαι ότι αυτό το χαμόγελο που σχηματίζεται αυθόρμητα στα χείλη μου ενώ διαβάζω τις σελίδες του θα σχηματίζεται και στα χείλη των ανθρώπων που το διαβάζουν, και αυτό με χαροποιεί αφάνταστα. Οι κριτικές που λαμβάνουμε μας δείχνουν ότι καταφέραμε να κερδίσουμε τους αναγνώστες, ανεξαρτήτως φύλου και ηλικίας. Οι ανατροπές και η πλοκή του, οι χαρακτήρες αλλά και τα κοινωνικά προβλήματα «μίλησαν» στην καρδιά του κόσμου.

 

Η υπόθεση του βιβλίου μας, όπως αναγράφεται στο οπισθόφυλλο:

 

Πορεία γεμάτη ανατροπές, ένα τέλος βγαλμένο μέσα από την καρδιά, σε ένα ταξίδι που ένωσε τις μοίρες τόσων ανθρώπων. Μια γνωριμία που αποκαλύπτει τα πάντα, ή μήπως όχι; Το μυστικό της καρυδιάς, που εξουσίασε ζωές και χάραξε ανεξίτηλες πληγές, βασικό πιόνι στα παιχνίδια που παίζουν οι δύο ηρωίδες της ιστορίας. Όταν συναντιούνται, η Έλσα και η Τζένη, τίποτα δεν τις προετοιμάζει για τα γεγονότα που θα τις δοκιμάσουν. Θαμμένα μυστικά, έρωτες, επαγγελματικοί αγώνες, ένα σχέδιο φόνου και συνεχείς ανατροπές, συγκροτούν έναν αγώνα ζωής στον οποίο θα παλέψουν μαζί. Ποιος θα είναι ο νικητής;

 

Μια ιστορία για δυο νέες γυναίκες που γνωρίζονται τυχαία, αλλά τελικά τους ενώνουν πολύ περισσότερα από μερικά προφανή γεγονότα. Μοιράζονται μια κοινή μοίρα που συνδέει τους περισσότερους ανθρώπους του λεγόμενου πολιτισμένου κόσμου, όπου η επιτυχία και η ευτυχία καθορίζονται από συγκεκριμένα κριτήρια και η ευθύνη της αποτυχίας συνήθως βαραίνει το άτομο. Μερικές φορές τα φέρνει έτσι η τύχη ώστε να γίνεται λίγο πιο φανερό πόσο αληθινά είναι τα κριτήρια αυτά και πού μπορεί τελικά να οδηγήσουν.

 

ΓΜ: Θα ήθελα να μάθω και λίγα πράγματα για την καθημερινότητά σου και περισσότερο τί είναι αυτό που σε χαλαρώνει πιο πολύ; Με άλλα λόγια όταν έχεις ελεύθερο χρόνο που τον αξιοποιείς συνήθως; Κάθεσαι και γράφεις ή έχεις και άλλες ασχολίες;

 

ΛΨ: Ευτυχώς η δουλειά μου αποτελεί και το χόμπυ μου. Αγαπάω την όλη διαδικασία της συγγραφής και του διαβάσματος. Αυτά με ξεκουράζουν και με βοηθούν να ισορροπώ σαν άνθρωπος. Έχω δοκιμαστεί και σε περιόδους που λείπουν αυτά τα δύο από την ζωή μου, και είναι κάτι το αφόρητο, κυριολεκτικά υποφέρω. Ταυτόχρονα μου αρέσει να συναντώ φίλους και συνεργάτες, να επικοινωνώ και να ανταλάσσω ιδέες. Να κάνω βόλτες με την οικογένειά μου και να γεμίζω εικόνες και συναισθήματα που χρησιμοποιώ αργότερα σε δικές μου δημιουργίες. Λατρεύω να διαβάζω κείμενα των αγαπημένων μου μαθητών. Πολλές φορές τις αποθηκεύω στο κινητό μου και τις παίρνω μαζί μου σε εξωτερικές δουλειές. Μου κρατούν απίστευτη συντροφιά και ομορφαίνουν την ζωή μου, ενώ νιώθω ιδιαίτερη τιμή που μου εμπιστεύονται τις δημιουργίες τους. Αισθάνομαι τυχερή από πολλές απόψεις.

 

ΓΜ: Είμαι σίγουρος πως θα παρακολουθείς την επικαιρότητα και γνωρίζεις πως η Ελλάδα τα τελευταία χρόνια βρίσκεται στο μάτι του κυκλώνα. Η οικονομική ύφεση, το προσφυγικό, τα πολιτικά σκάναδαλα, οι τρομοκρατικές επιθέσεις που μαστίζουν την Ευρώπη και ο απόηχός τους φτάνει έως εδώ πέρα είναι μόνο μερικά από τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε στην καθημερινότητά μας, οι Έλληνες. Πιστεύεις πως ο λογοτέχνης μπορεί να διαδραματίσει κάποιο ρόλο είτε με το έργο του, είτε με τον δημόσιό του λόγο ή μήπως η λογοτεχνία προσφέρει απλώς μια εφήμερη αγκαλιά σε αυτούς που την διαβάζουνε και απαλύνει για λίγο τον πόνο τους;

 

ΛΨ: Ο λογοτέχνης μπορεί να απαλύνει την όποια κατάσταση, μέσα από τις λέξεις του αλλά ταυτόχρονα να δουλέψει έτσι ώστε να επηρεάσει καταστάσεις. Ο καθένας μας παλεύει με τα δικά του «όπλα» και ο λογοτέχνης κατέχει ένα από τα ισχυρότερα.

 

ΓΜ: Φτάσαμε στο τέλος της συνέντευξης και δεν θα σου κάνω κάποια ερώτηση, αλλά θα προτιμούσα να δώσεις εσύ ένα τέλος είτε με κάποιο απόσπασμα από κάτι που έχεις γράψει, είτε με ένα αγαπημένο σου ρητό, είτε όπως εσύ το επιθυμείς.

 

 

ΛΨ:

Μυσταγωγία ψυχών τε και σωμάτων

«Οι ψυχές όταν ανταμώνουν και δένουν μεταξύ τους, φεύγουν μαζί από τον κόσμο τούτο». Αυτό, ή τουλάχιστον κάτι που εγώ μετέφρασα έτσι στην ελληνική γλώσσα, είπε ο καθηγητής μου στο Yale. Σα να μην κατανοούσε την βαρύτητα του λόγου του, συνέχιζε να στέκεται ευθυτενής πίσω από την μικροσκοπική οθόνη του υπολογιστή μου. Το χαμόγελό του θύμιζε μικρό παιδί, παρά τα γκριζωπά μαλλιά που στόλιζαν το καλοσχηματισμένο κρανίο του. Διάχυτο το άγχος του παρά τα χρόνια εμπειρίας στην συγκεκριμένη θέση, εκδηλωνόταν με όλους τους πιθανούς τρόπους: ένα τικ τον ανάγκαζε να ανοιγοκλείνει το δεξί του μάτι κάθε 5 δευτερόλεπτα και αυτό με την σειρά του ενεργοποιούσε μια σειρά από άλλες νευρικές κινήσεις, με τον κύκλο να κλείνει όταν εντέλει με το χέρι του έστρωνε τα λιγοστά γένια που έκρυβαν το στόμα του. Όλα μετά από αυτό το σημείο ξεκίναγαν από την αρχή. Σύμφωνα με τις ανακοινώσεις του πανεπιστημίου 125.000 φοιτητές απ’ όλο τον κόσμο παρακολουθούσαν το συγκεκριμένο μάθημα. Είμαι σίγουρη ότι ελάχιστοι από εμάς τον συμπονάμε, καθώς πολεμάει τον ίδιο του τον εαυτό, για να μας μεταλαμπαδέψει το πάθος, τις γνώσεις και τις έρευνές του για τις αλληλένδετες ψυχές. Τα βήματά του τον απομάκρυναν προσωρινά από το ξύλινο έδρανο που ήταν τοποθετημένο κεντρικά αλλά λειτουργούσε σαν ψυχολογικό καταφύγιο, κάθε φορά που τα αποτελέσματα της έρευνάς του τον φόρτιζαν συναισθηματικά. Τότε, επιτάχυνε το βήμα του, πλησίαζε το έδρανο και ακούμπαγε το μπουκαλάκι νερού, που φάνταζε να τον στηρίζει σε κάθε δυσκολία. Όλοι έχουμε ανάγκη τις άγκυρές μας!

 

«Η απώλεια ενός μέλους αυτής της ένωσης μπορεί να επιφέρει την απώλεια και του δεύτερου μέλους μέσα στο επόμενο εξάμηνο σε ποσοστό της τάξεως του 30%». Με όσο συναίσθημα και να εμπλούτισε τα λόγια του, δεν έπαυαν να είναι ψυχρά στατιστικά στοιχεία, που δεν ταίριαζαν στην μέχρι τώρα συναισθηματική φόρτιση που περιέβαλλε το μάθημά του. Με παραξένεψε και έψαξα κάποιο σημάδι στο μοτίβο των νευρικών του κινήσεων αναζητώντας μια ασυμφωνία. Ένα δυναμικό πάτημα του τηλεχειριστηρίου, που μέχρι εκείνη την στιγμή έπαιζε μόνο υποστηρικτικό ρόλο, ήρθε να με διαψεύσει. Η κουρτίνα που έπεφτε βαριά στον τοίχο πίσω του άρχισε να απομακρύνεται στις άκρες, αποκαλύπτοντας σταδιακά ένα κολάζ φωτογραφιών: παλιές ασπρόμαυρες ανάμεικτες με έγχρωμες αποκαλύφθηκαν όλες, όταν σταμάτησε να ακούγεται ο θόρυβος του μηχανισμού της κουρτίνας. Δεκάδες πρόσωπα σε ζευγάρια με κοίταζαν μέσω του υπολογιστή μου. Ο αποχαιρετισμός ενός ζευγαριού στο τρένο, καθώς ο νεαρός άντρας φεύγει για τον πόλεμο. Η γυναίκα τού κρατάει το χέρι, ενώ εκείνος σκύβει όσο περισσότερο μπορεί από το παράθυρο. Σε διπλανή φωτογραφία το ίδιο ζευγάρι σε μεγαλύτερη ηλικία με μια πραγματικά μεγάλη οικογένεια: παιδιά, εγγόνια και δισέγγονα. Χαμογελάνε ευτυχισμένοι ο ένας δίπλα στον άλλον, καθώς το χέρι της είναι κλεισμένο με μεγάλη αγάπη στο δικό του. Μερικές στιγμές ζωής παραδίπλα: ένας άντρας, σχεδόν μικρό παιδί, φιλάει με λατρεία την αγαπημένη του στο στόμα. Η επόμενη φωτογραφία τούς δείχνει αρκετές δεκαετίες μετά να επαναλαμβάνουν εκείνο το φιλί με το ίδιο πάθος και αγάπη.

 

Καθώς ταξιδεύω στις ιστορίες τους, ο καθηγητής γυρίζει και κοιτάζει την κάμερά του με ένα γλυκόπικρο χαμόγελο. «Αυτά τα ζευγάρια πέθαναν με ελάχιστες ώρες ή μέρες διαφορά μεταξύ τους». Η φωνή του με δυσκολία φτάνει στα αυτιά μου, καθώς αρχίζει να μας εξιστορεί την καθεμιά ιστορία χωριστά. Οι νευρικές του κινήσεις είναι πλέον πιο έντονες και δεν ξέρω ποιον πρέπει να λυπηθώ περισσότερο: εκείνον, που σε κάθε διδακτική περίοδο ζει την ίδια έντονη συναισθηματική κατάσταση, ή τους ανθρώπους που έζησαν, αγαπήθηκαν, ενώθηκαν και οι ψυχές τους αποχώρησαν σχεδόν μαζί;

 

«Η 87χρονη Marjorie Landis και ο 89χρονος σύζυγός της James Landis πέθαναν με μιάμιση ώρα διαφορά. Σε όλη τους την ζωή δεν είχαν βγάλει μια φωτογραφία μόνοι τους. Σε όλες είναι μαζί!» σχολιάζει ο καθηγητής, ενώ επικεντρώνεται στις φωτογραφίες του ζευγαριού. Τρεις φωτογραφίες, σε όλες μαζί και χαμογελαστοί. Εκείνος πάντα προστατευτικά στέκεται στο πλευρό της, ενώ τα μάτια της Marjorie λάμπουν από χαρά.

 

Ανασαίνει βαριά πλέον ο καθηγητής, καθώς απομακρύνεται από τον τοίχο και πλησιάζει το έδρανο, ακουμπώντας γι’ άλλη μια φορά το μπουκάλι του. Μιλάει για την «Ψυχή», την αρχαία ελληνική ονομασία της πεταλούδας, και τον Όμηρο. Η αναφορά στην Ελλάδα δεν με παραξενεύει. Οι περισσότεροι καθηγητές του Πανεπιστημίου την έχουν ως σημείο αναφοράς. Μητέρα του πολιτισμού, της γνώσης, της ιστορίας. Αρχή του ανθρώπινου γένους. Βάση όλων μας. Η ανάλυση της «Ψυχής» είναι καθαρά ελληνικό ζήτημα: φιλοσοφικές θεωρίες αναλύονται από τον καθηγητή που επικεντρώνεται κυρίως στον Αριστοτέλη. Μοιάζει ενοχλημένος που, αν και σέβεται την δομή του μαθήματός του, πρέπει να εξηγήσει ότι σύμφωνα με τον Αριστοτέλη οι ψυχές υπάρχουν όσο υπάρχει σώμα. Είναι έκδηλη η αντίρρησή του σε αυτό, αλλά συνεχίζει εκθέτοντας όλα τα στοιχεία της έρευνάς του.

 

Ιατρικές αναφορές εμφανίζονται στον τοίχο μετά από ένα ακόμα νευρικό πάτημα του κουμπιού. «Ραγισμένες καρδιές. Αυτό μένει μετά». Τα στοιχεία συγκλονιστικά, δεν επιδέχονται οποιαδήποτε αμφισβήτηση. Ένα ένα τα ζευγάρια αναλύονται από τον καθηγητή. «Η Marjorie πέθανε στα 87 της από την επάρατη νόσο και μιάμιση ώρα αργότερα ακολούθησε ο James, ο οποίος έπαθε έμφραγμα. Ραγισμένη καρδιά» καταλήγει, ενώ σφίγγει στο χέρι του πλέον και το μπουκάλι με το νερό. Δευτερόλεπτα αργότερα, μας ευχαριστεί για την συμμετοχή στο μάθημά του ζητώντας να μην παραλείψουμε να κάνουμε την άσκηση της εβδομάδας.

 

Το μυαλό μου δουλεύει ακατάπαυστα, καθώς σηκώνομαι από την καρέκλα του γραφείου μου και περπατάω μέσα στο σπίτι. Σταματώ στην φωτογραφία που είναι τοποθετημένη πάνω στο τραπεζάκι του σαλονιού. Ο παππούς μου χαμογελάει ευτυχισμένος σαν μικρό παιδί, καθώς αγκαλιάζει σφιχτά την γιαγιά μου. Μπορώ να τους δω μπροστά μου όπως ήταν εκείνη ακριβώς την στιγμή που η μαμά μου προσπαθούσε να τους συνετίσει για να βγουν μια «αξιοπρεπή» φωτογραφία. Ποτέ δεν το είχαν κάνει σε όλη τους τη ζωή και φυσικά δεν το έκαναν και σ’ εκείνη την φωτογραφία. Η γιαγιά προσπαθούσε να στρώσει το πουλόβερ του κι εκείνος φύσαγε πειρακτικά το αυτί της, κάθε φορά που στεκόταν μπροστά του. Τότε η γιαγιά γαργαλιόταν. Ακριβώς όπως είναι σε αυτή την φωτογραφία. Χαίρομαι που ήμουν μάρτυρας αυτής της όμορφης στιγμής.

Ο παππούς πέθανε τον προηγούμενο μήνα μετά από δύο χρόνια αναπνευστικών προβλημάτων. Έμοιαζε αποφασισμένος να μην καταναλώσει το οξυγόνο μας δίνοντάς μας μια μεγαλύτερη πιθανότητα επιβίωσης. Έτσι απλά έσβησε ένα βράδυ ξαπλωμένος στο πλευρό της γυναίκας που αγάπησε όσο κανέναν άλλον στην ζωή του. Αναζητώ την γιαγιά μου. Την εντοπίζω στο μπαλκόνι να ποτίζει τα λουλούδια της. Ξέρω πόσο το αγαπάει αυτό. Συνήθεια ζωής, αγαπημένη ενασχόληση του ζευγαριού. Τριγύρω της πετάει μια πολύχρωμη πεταλούδα. Μου έρχεται στο μυαλό το μάθημα: τα αγαπημένα ζευγάρια, η ψυχή, η ζωή και ο θάνατος. Ανησυχώ. Αλλά ξέρω πως ό,τι και να γίνει ο παππούς μου είναι στο πλευρό της.

 

~ ΤΕΛΟΣ ~

 

 

Δημοσιεύθηκε στις 21.11.2014 στον λογοτεχνικό ιστότοπο Φρέαρ – frear.gr

FOLLOW ME

  • Facebook Classic
  • Twitter Classic
  • c-youtube

© 2023 by Samanta Jonse. Proudly created with Wix.com