Διηγήματα Γεράσιμου Μοσχόπουλου

Η συνέντευξη

Καινούργιο Διήγημα!

Πατήστε πάνω στο βελάκι!

           Ο Γιάννης ήταν τεχνολόγος τροφίμων κι είχε μπει μέσα στο εργοστάσιο τυροποιίας και περίμενε την υπεύθυνη προσωπικού για να δώσει τη συνέντευξή του. Είχε χάσει το μέτρημα πλέον στις συνεντεύξεις που είχε δώσει. Τώρα με την κρίση, όλοι εύκολα απολύανε και δύσκολα προσλαμβάνανε. Είχανε ραντεβού στις δέκα το πρωί και η ώρα είχε πάει και δέκα και είκοσι, αλλά η υπεύθυνη προσωπικού δεν είχε φανεί ακόμα. Στην Ελλάδα κανείς δεν έρχεται στην ώρα του, αναλογιζότανε. Περίμενε στο σαλόνι υποδοχής και τα λεπτά φαινόντουσαν σαν ώρες από το άγχος. Προσπαθούσε να μην κοιτάει το ρολόι, αλλά δεν τα κατάφερνε. Σκεπτότανε:

«Πριν ένα λεπτό το κοίταξες. Λογικό να έχει πάει μόλις δέκα και εικοσιένα».

          Θα ήθελε να κάνει κάποιο από τα ταχυδακτυλουργικά που τα χρησιμοποιεί για να ηρεμήσει, αλλά ήξερε πως δεν είναι το κατάλληλο μέρος. Ήταν και μέσα Ιούλη κι έβραζε ο τόπος. Φαινότανε μάταιο που είχε πλυθεί το πρωί, καθώς είχε ιδρώσει σαν άλογο. Παράλληλα σκεπτότανε πως μέσα στο καλοκαίρι ποιος προσλαμβάνει; Από την άλλη ήξερε πως είναι μια κερδοφόρα επιχείρηση κι έχει ανάγκη από καινούργιο προσωπικό. Αν, όμως, έχουν ανάγκη σε κάποιο από τα εργοστάσιά τους στο εξωτερικό; Τότε θα τους έλεγε ξεκάθαρα πως δεν έχει σκοπό να αφήσει την πατρίδα του! Μα είναι καιροί που μπορούμε να έχουμε αυτήν την πολυτέλεια; Τον τυραννούσε συχνά η φαντασία του και ειδικά όταν ήταν αγχωμένος, τότε τα πράγματα χειροτέρευαν. Μετά από τόση φαιά ουσία που κατανάλωσε, θαρρούσε πως θα είχε περάσει μπόλικη ώρα, αλλά ο λεπτοδείκτης αγωνιούσε για να περάσει το εικοστό δεύτερο λεπτό της ώρας. Αφού περάσανε άλλα δεκαοχτώ αγωνιώδη λεπτά, εμφανίστηκε μια κοπέλα όμορφη σαν το ηλιοβασίλεμα, που αν δεν ήταν παντρεμένος, θα ήθελε να την πάρει καβάλα στο άλογό του και να φύγουν μακριά. Ξέχασε πως δεν είχε άλογο, αλλά 101 άλογα εκ των οποίων τα 23 φορολογίσιμα κι όλα αυτά βρισκόντουσαν στο αυτοκίνητό του, που αποτελούσε τεκμήριο για την εφορία. Δεν έφτανε που δεν έβγαζε έσοδα από το αμάξι του, έπρεπε να πληρώνει και φόρους γι’ αυτό. Τη γυναίκα του φυσικά δεν την ξέχασε, καθώς αν τον έπιανε να γλυκοκοιτάζει αυτήν τη δροσοστάλαχτη κοπέλα, θα έτρωγε παντόφλα που θα τη θυμότανε για όλη του τη ζωή. Σαν τελειώσανε αυτές οι φευγαλέες σκέψεις από το μυαλό του, η όμορφη κοπέλα τον πλησίασε:

«Είστε ο κύριος Γιάννης Βοσκόπουλος;»

«Ναι, ο ίδιος»

«Ακολουθήστε με!». Η ιδέα να του πάρει συνέντευξη αυτή η κοπέλα δεν του άρεσε, καθώς δεν θα ήταν αυτοσυγκεντρωμένος στις ερωτήσεις της, αλλά στα κάλλη της. Εν τω μεταξύ, μπήκαν στο ασανσέρ και η κοπέλα δεν άντεξε να μην τον ρωτήσει, μια ερώτηση που την είχε ακούσει χιλιάδες φορές:

«Έχετε κάποια συγγένεια με τον γνωστό τραδουδιστή Βοσκόπουλο;»

«Αν είχα ένα ευρώ για κάθε φορά που άκουγα αυτήν την ερώτηση! Πρόκειται για απλή συνωνυμία!». Σταματάνε έξω από μια κλειστή πόρτα ενός γραφείου και η κοπέλα του λέει ναζιάρικα:

«Αν αποφασίσεις να ασχοληθείς με το τραγούδι, εγώ θα έρθω να σε ακούσω στο μαγαζί σου και να σου πετάξω λουλούδια!» κι αμέσως μετά του βάζει ένα τριαντάφυλλο στο πέτο του σακακιού του. Σκέφτηκε πως έχει ακόμα πέραση στις μικρές. Ο Γιάννης, όμως, αφυπνίζεται από την φαντασία του, καθώς στην πραγματικότητα η κοπέλα του είχε πει με χαρούμενο τόνο:

«Μέσα σας περιμένει η υπεύθυνη προσωπικού! Εγώ θα σας κολλήσω αυτήν την ετικέτα με το ονοματεπώνυμό σας στο σακάκι σας!». Έτσι συμπέρανε πως ότι δεν φτάνει η αλεπού τα κάνει κρεμαστάρια και σε αυτήν την περίπτωση, η αλεπού ήταν το μυαλό του. Η κοπέλα απομακρύνεται κι αφού χτυπήσει την πόρτα, μπαίνει μέσα για να αρχίσει επιτέλους η συνέντευξή του.

          Η κυρία που θα του πάρει τη συνέντευξη μάλλον είχε περάσει τα πενήντα και η μύτη της ήταν τόσο μεγάλη και στρογγυλή, που θαρρείς πως ήταν μάγισσα. Μόνο το σκουπόξυλο της έλειπε. Χαιρότανε σιωπηλά που δεν θα τον απασχολήσει κάποια όμορφη πιτσιρίκα. Σηκώθηκε όρθια και σαν έτεινε το χέρι της για χειραψία, είπε το όνομά της:

«Μάγισσα Μακάρθυ». Ο Γιάνης σάστισε κάπως που αυτοσυστήθηκε σα μάγισσα, αλλά συστήθηκε κι ο ίδιος:

«Γιάννης, Γιάννης Βοσκόπουλος». Την επόμενη στιγμή πρόσεξε την ταμπελίτσα της που κι εκείνη φορούσε, αφού ήταν πολιτική της εταιρείας και διάβασε:

«Κόμισσα Μακάρθυ», οπότε ρωτάει:

«Είσαι κόμισσα;»

«Αν είχα ένα ευρώ για κάθε φορά που με ρωτούσανε αυτό. Η βασίλισσα της Αγγλίας μου έχει δώσει αυτό το αξίωμα. Η εταιρεία μας έχει την έδρα της στην Αγγλία, αλλά ας έρθουμε στα δικά μας. Έχω το βιογραφικό σας μπροστά μου» και σαν κοιτούσε το βιογραφικό συνειδητοποίησε πως τη γλίτωσε φτηνά αυτή τη φορά. Η όψη της κυρίας Μακάρθυ του είχε δώσει την εντύπωση της μάγισσας κι έτσι άκουσε Μάγισσα Μακάρθυ αντί για Κόμισσα! Παρόλα αυτά, ήταν δύσκολο να απαγκιστρωθεί από την αντίληψη πως έχει μπροστά του μια μάγισσα. Εκείνη τον ρώτησε:

«Έχετε σκοτώσει ποτέ ελάφι με τα γυμνά σας χέρια;».

«Μα θα με ρωτήσετε αν έχω κι άλλοθι; Δεν κυνηγώ ελάφια!».

«Αν έχετε φορτώσει ποτέ καζάνι τα ζεστά καλοκαίρια σας ρώτησα κύριε Βοσκόπουλε. Άλλωστε είμαστε εργοστάσιο τυροποιίας κι όχι κυνηγετική λέσχη». Ο Γιάννης συνειδητοποίησε πως περίμενε να ακούσει για τελετές μαύρης μαγείας και για θυσίες ελαφιών, καθώς δεν μπορούσε να βγάλει από το μυαλό του πως η κυρία Μακάρθυ δεν είναι μάγισσα, αλλά για να ελαφρύνει την ατμόσφαιρα, απάντησε:

«Δηλώνω ένοχος! Κυνηγώ στον ελεύθερο χρόνο μου, αλλά πάντα κατά της διάρκειας της κυνηγετικής περιόδου».

«Ναι, το γράφετε στις ασχολίες του ελεύθερου χρόνου σας, αλλά δεν σας ρώτησα γι’ αυτό αν κι εντυπωσιακό ομολογώ».

«Ό,τι γράφω στο βιογραφικό μου είναι αλήθεια. Έχω δουλέψει και καλοκαίρι, οπότε γνωρίζω τις διαδικασίες παραγωγής τυριού που απαιτούν οι ακραίες θερμοκρασίες». Ο Γιάννης χάρηκε που τα μπάλωσε αν κι έκανε μία γκάφα, αλλά μία γκάφα συγχωρείται αναλογιζότανε. Η κόμισσα στη συνέχεια τον ρωτάει:

«Ξεσπαθώνετε σαν άντρας τα καλοκαίρια;»

«Αν αυτό είναι μια έμμεση πρόταση για τρελίτσες, σας διαβεβαιώ πως είμαι πιστός στην γυναίκα μου!» κι έπειτα προσθέτει για να την κολακέψει:

«Αν κι έχετε πολύ στρογγυλή μύτη...εχμ ήθελα να πω είστε γοητευτική!». Η κυρία Μακάρθυ αντιτείνει:

«Όταν ο θεός μοίραζε μύτες, εγώ άκουσα πίτες! Κι έτσι παρήγγειλα μια διπλή! Αναρωτιέμαι τι ακούσατε εσείς, όμως, αφού σας ρώτησα: ξεριζώνετε τα φυτά απ’ τις μάντρες τα καλοκαίρια; Δεν έχουμε κηπουρό και χρειαζόμαστε κάποιον που να κάνει και χειρωνακτική εργασία, πέρα από τα βασικά καθήκοντα».

«Ναι, φυσικά, αστειευόμουνα. Δεν έχω κανένα πρόβλημα, καθώς, άλλωστε έχω πολύ καλή φυσική κατάσταση. Η τσάπα λύνει όλα τα προβλήματα, όπως λέει κι ο πατέρας μου». Σκέφτηκε πως μπορεί να του συγχωρέσουν κι ένα δεύτερο λάθος, αλλά το τρίτο χτύπημα θα είναι μοιραίο. Η κυρία Μακάρθυ συνεχίζει:

«Καπνίζετε χόρτα; Γιατί θα μας φανεί χρήσιμο!»

«Όχι, βέβαια. Δηλαδή είμαι καθαρός. Θέλω να πω κάπνισα λιγάκι μπάφο στα φοιτητικά μου χρόνια, αλλά μέχρι εκεί. Τώρα είμαι σοβαρός οικογενειάρχης».

«Χαίρομαι που έχετε παιδιά, καθώς κι εγώ έχω δύο κόρες, αλλά κύριε Βοσκόπουλε, άλλα σας ρωτάω κι άλλα μαθαίνω! Σας ρώτησα αν θα ανοίγετε και την πόρτα, γιατί κι ο θυρωρός είναι οικογενιάρχης σαν κι εσάς και χρειάζεται πολλά ρεπό για να προσέχει τα πολλά παιδιά του».

«Δεν έχω κανένα πρόβλημα τότε! Είμαι άνθρωπος για όλες τις θέσεις!», ενώ σκεπτότανε ταυτόχρονα πως τώρα με την κρίση θέλουν να ρουφήξουνε το αίμα του σκλάβου-υπαλλήλου και θα τον βάλουν να δουλεύει για τρία άτομα, αν φυσικά δεν κάνει κι άλλη γκάφα.

«Σας ευχαριστώ για τον χρόνο σας κύριε Βοσκόπουλε!»

«Κι εγώ ευχαριστώ μάγισσα... εμχ συγγνώμη Κόμισσα Μακάρθυ» και όπως σφίγγανε τα χέρια τους, αναλογιζότανε πως αυτό ήταν το τελειωτικό χτύπημα, αν και η κόμισσα έκανε πως δεν άκουσε την λάθος προσφώνηση.

Είχε περάσει μια βδομάδα και ήδη είχε ξεχάσει την αποτυχημένη του συνέντευξη κι έψαχνε αγγελίες για μια δουλειά ή δουλεία, όπως έχουν γίνει τα πράγματα. Ένα αναπάντεχο τηλεφώνημα θα του αλλάξει την τύχη:

«Παρακαλώ, Βοσκόπουλος»

«Η κυρία Μακάρθυ είμαι από το εργοστάσιο τυροποιίας»

«Σας θυμάμαι κυρία Μακάρθυ! Τί κάνουν οι πίτες σας; Εχμ..ήθελα να πω οι κορούλες σας;».

«Πάντα με χιουμοριστική διάθεση σας βρίσκω! Οι κόρες μου είναι μια χαρά! Είμαι στην ευχάριστη διάθεση να σας αναγγείλω πως θα σας προσλάβουμε στην εταιρεία μας με τον τριπλάσιο μισθό από τον κανονικό, καθώς θα έχετε πολλαπλά καθήκοντα!»

«Αυτό είναι πολύ ευχάριστο!»

«Θα τα πούμε από Δευτέρα κύριε Βοσκόπουλε!». Ο Γιάννης χαιρέτησε την κυρία Μακάρθυ και πήρε τηλέφωνο τη γυναίκα του για να της διηγηθεί τα ευχάριστα νέα. Το τηλέφωνό της χτυπάει:

«Έλα Γιάννη μου»

«Τάξε μου, τάξε μου! Σου έχω ευχάριστα νέα!»

«Βρήκες λεφτά για να μου πάρεις εκείνο το ωραίο φόρεμα σαν καλοκαιρινό δωράκι;»

«Όχι, κάτι ακόμα καλύτερο! Βρήκα δουλειά!»

«Βρε είδες που στα έλεγα; Πως η σκληρή δουλειά ανταμείβεται; Το σαββατοκύριακο θα το γιορτάσουμε με γλυκό κρασί γιατί οι σαμπάνιες κοστίζουνε ακριβά!»

«Ό,τι θέλει η γυναικούλα μου!»

Πως, όμως, κατάφερε πραγματικά να κερδίσει αυτήν τη δουλειά ο Γιάννης μετά από εκείνη τη συνέντευξη; Η απάντηση κρύβεται στη συνομιλία που είχε η κυρία Μακάρθυ με τον διευθυντή του εργοστασίου. Πριν λίγες μέρες κι αφού είχε δοθεί η συνέντευξη, η κόμισσα πήρε τηλέφωνο τον διευθυντή:

«Παναγιώτη μου έχουμε πρόβλημα!»

«Πες μου κόμισσα!»

«Πήρα συνέντευξη από έναν τεχνολόγο τροφίμων και μας πήρε χαμπάρι!»

«Τι κατάλαβε ακριβώς;»

«Τα πάντα! Απ’ το ότι παράγουμε στην πραγματικότητα χασίσι αντί για τυρί, μέχρι το ότι κάνουμε τελετές μαύρης μαγείας για να είναι πιο νόστιμο!»

«Είσαι σίγουρη;»

«Αφού στο τέλος με προσφώνησε και μάγισσα!»

«Τότε να τον προσλάβεις με παχουλό μισθό, αλλά να τον μυήσεις σιγά-σιγά στα κόλπα! Όπως σιγοβράζουν ένα βάτραχο! Αν καλομάθει στο παντεσπάνι, δε θα θέλει να τρώει πια ψωμί!». Κι έτσι ο Γιάννης μπήκε στο ταψί και χόρεψε ζεμπέκικο κι ό,τι άλλο χορό ήθελε η εταιρεία του.

 

                                                  Τέλος

 

Και οι υπολογιστές έχουν ψυχή!

Ο Γιωργάκης συνδέει μια μνήμη usb απευθείας με τον εκτυπωτή για να εκτυπώσει ένα ποίημα, αλλά πριν προλάβει να το πραγματοποιήσει, ο υπολογιστής σβήνει μυστηριωδώς κι αναπάντεχα, οπότε ο Γιώργος τρέχει να το αναφέρει στον πατέρα του.
Όμως, οι υπολογιστές δεν είναι άψυχα όντα, όπως πιστεύουν πολλοί, αφού ο άνθρωπος τους κατασκεύασε κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσιν και γι’ αυτό το λόγο κάθε εξάρτημα έχει ζωή και μιλά όπως κι εμείς! Εντάξει, ίσως, όχι κατ’ εικόνα, αλλά θέλω να πω πως οι υπολογιστές είναι έμψυχα όντα! Αυτή τη στιγμή, μάλιστα, που γράφω αυτό το κείμενο, ο εκτυπωτής ρωτάει την μνήμη usb:
-«Τι έγινε; Πήρες χαμπάρι;».
-«Δεν ξέρω ακριβώς. Εκείνη τη στιγμή είχα κάτι νταραβέρια με το σκληρό δίσκο, αλλά δεν πρόλαβα να τα ολοκληρώσω».
-«Τι είδους νταραβέρια;».
-«Μη ζηλεύεις! Αναφέρομαι σε απλή αντιγραφή αρχείων! Ο νους σου πηγαίνει όλο στο πονηρό!».
-«Αφού είσαι σεσημασμένη ερωμένη!».
-«Όλα τα παρεξηγείς. Είναι ο προορισμός μου να συνδέομαι με πολλούς διαφορετικούς υπολογιστές και να αποθηκεύω τα δεδομένα τους. Εγώ δε ζηλεύω που αποτυπώνεις το χρώμα σου πάνω στις κόλλες χαρτί, που εκτυπώνει ο μικρός».
-«Που το ξέρεις εσύ αυτό;».
-«Αφού έχω επικοινωνία με το σκληρό δίσκο και πολλές φορές τα αρχεία, που εκτυπώνει ο Γιώργος, τα αποθηκεύει και σε μένα για να τα δείξει και στους φίλους του».
            Ο εκτυπωτής αλλάζει τη ροή της συζήτησης μιας και στριμώχτηκε, οπότε ρωτάει:
-«Μιας κι έχεις επικοινωνία με το σκληρό δίσκο. Πρόλαβες να μάθεις για το τι έγινε;».
-«Σίγουρα έγινε τερματισμός του υπολογιστή, γιατί τώρα δεν έχω επικοινωνία με κανένα από τα εσωτερικά του εξαρτήματα, αλλά φοβάμαι πως δεν έγινε ασφαλή κατάργηση».
-«Πως το συμπεραίνεις αυτό;».
-«Καταρχήν ο υπολογιστής τερμάτισε απότομα».
-«Αυτό το ξέρω!».
-«Αυτό, που δεν γνωρίζεις, όμως, είναι πως λίγο πριν σβήσει ο υπολογιστής, η κάρτα γραφικών ένιωθε αφόρητη ζέστη! Τη στιγμή, που ο επεξεργαστής έδινε την εντολή της εκτύπωσης μας έλεγε τα παράπονα της προαναφερθείσας».
-«Και αυτός πως το ήξερε;».
-«Πάντα καχύποπτος είσαι! Του το μετέφερε η μητρική κάρτα!» και λίγο μετά η μνήμη usb βγάζει ένα αναστεναγμό.
-«Γιατί ανησυχείς;».
-«Σκέφτομαι πως αν έχει πάθει κάτι και η μητρική κάρτα, τότε το κόστος είναι μεγάλο για να επισκευαστεί ο υπολογιστής και ο πατέρας του μικρού Γιώργου έχει υποστεί μείωση μισθού τώρα τελευταία, λόγω της οικονομικής κρίσης. Σαν επακόλουθο όλα αυτά πιθανώς θα έχουν την αχρηστία του υπολογιστή και κατ’ επέκταση δεν θα τα λέμε ούτε εμείς».
-«Τα στηρίζεις κάπου τα λεγόμενά σου;».
-«Άπιστος Θωμάς είσαι! Έχω ένα ποίημα του Γιωργάκη, αλλά δε μπορείς να το εκτυπώσεις, καθώς ο υπολογιστής δε λειτουργεί, οπότε θα στο απαγγείλω, αφού εσύ βρίσκεσαι στην πρίζα κι εγώ παίρνω ρεύμα μέσω εσένα:
Ο εργοδότης του μπαμπά το παίζει κακομοίρης,
αφού με πρόφαση την οικονομική μας κρίση,
μειώνει τους μισθούς και είναι ο μπαμπάς μπατίρης,
στο σύστημά μας έρχεται γοργά του ήλιου δύση».
-«Όντως, τα πράγματα είναι κρίσιμα!».
-«Για την κοινωνία ή για τον υπολογιστή μας;».
-«Και για τα δύο!».
            Εκείνη τη στιγμή έρχεται ο Γιώργος με τον πατέρα του και ο τελευταίος πατάει το κουμπί εκκίνησης του υπολογιστή, χωρίς όμως να συμβαίνει το επιθυμητό αποτέλεσμα, αλλά ανάβει το λαμπάκι που δείχνει πως ο υπολογιστής παίρνει ρεύμα, οπότε η usb θύρα μιλά στον εκτυπωτή:
-«Νιώθω τον υπολογιστή να ζωντανεύει!».
-«Λέγε μου τέτοια!».
-«Χμ, δε μπορώ να επικοινωνήσω, όμως, ούτε με τον επεξεργαστή ούτε με το σκληρό δίσκο!».
-«Άσχημα μαντάτα μου φέρνεις!».
-«Έρχονται και χειρότερα! Ο πατέρας του Γιώργου τράβηξε την πρίζα!».
-«Τι σημαίνει αυτό για εμάς;».
-«Δε ξέρω, θα δούμε!».

                                                            ***

Ο μπαμπάς του Γιώργου βρήκε ένα φτηνό μαγαζί για να κάνει τουλάχιστον τη «διάγνωση» του υπολογιστή, καθώς είναι δύσκολοι καιροί για να αγοράσει καινούργιο. Η ψυχή του υπολογιστή έχει αντιληφθεί την αλλαγή περιβάλλοντος και νιώθει περίεργα περιμένοντας για να επισκευαστεί.
Αφού πέρασαν μερικές ώρες, ο μηχανικός υπολογιστών τοποθετεί τον υπολογιστή στο «χειρουργείο», σφυρίζοντας με κέφι, και μιλώντας προς τον υπολογιστή, χωρίς να είναι σε θέση να γνωρίζει πως ο τελευταίος τον ακούει:
-«Για να δούμε τι έχεις πάθει φιλαράκο!».
Ο υπολογιστής απαντάει, χωρίς να γίνεται αντιληπτός:
-«Ξέρεις συνήθως στο πρώτο ραντεβού με κάποιον με χαρά του δείχνω το λειτουργικό μου σύστημα, αλλά υπό κανονικές συνθήκες δε «γδύνομαι», ώστε να του δείξω την μητρική μου κάρτα ή τον επεξεργαστή. Γι’ αυτό το λόγο θέλω να μου φερθείς ευγενικά!».
Ο μηχανικός, που δεν άκουσε τίποτα, ξεβιδώνει με μαεστρία το καπάκι κι εκείνη τη στιγμή μιλά ναζιάρικα η ψυχή του υπολογιστή:
-«Χι, χι, με γαργαλάς! Πιο υπομονετικά κάνε το!» κι αφού βγάλει και την τελευταία βίδα, βγάζει το καπάκι, οπότε η ψυχή προσθέτει:
-«Χι, χι, ντρέπομαι λίγο!».
            Ο μηχανικός συνέχισε τη δουλειά του, αλλά δε θα σας αποκαλύψω σε αυτό το σημείο του διηγήματος τι συνέβη. Δηλαδή αν τελικώς επισκευάστηκε ο υπολογιστής. Για να το μάθετε αυτό, θα πρέπει να διαβάσετε παρακάτω!

                                                            ***

Πέρασαν μερικές μέρες και ο μικρός Γιώργος ήταν στο δωμάτιό του και άνοιξε τον υπολογιστή. Ο τελευταίος λειτουργούσε κανονικά και για αυτό σύνδεσε τη μνήμη usb με τον εκτυπωτή για να εκτυπώσει κάποιο ποίημα του. Ο εκτυπωτής μίλησε πρώτος:
-«Καλώς την! Κατάλαβες τι έγινε;».
-«Όλα τελευταίος τα μαθαίνεις! Κατά πάσα πιθανότητα πραγματοποιήθηκε πτώση τάσης και κάηκε η ψήκτρα της κάρτας γραφικών, αλλά ευτυχώς η μητρική ήταν μια χαρά και το κόστος επισκευής ήταν μικρό!».
-«Η κάρτα γραφικών πως νιώθει;».
-«Πολύ καλύτερα, αλλά άκουσα φήμες ότι δε θα μπορέσει να ξαναφορτώσει παιχνίδια με «βαριά» γραφικά!».
-«Κρίμα! Δε θα αρέσει αυτό ούτε στον μικρό Γιώργο».
-«Όντως, αλλά τουλάχιστον είμαστε σε θέση να κάνουμε πιο βασικές λειτουργίες, όπως εκτύπωση ή αντιγραφή αρχείων!».
-«Για την οικονομία έμαθες τίποτα;».
-«Γιατί; Θες να αγοράσεις μελάνι και δε σου βγαίνει ο μισθός σου;».
-«Εγώ φταίω που μοιράζομαι τις ανησυχίες μου με σένα!»
-«Καλά, όταν γράψει κάποιο καινούργιο ποίημα ο μικρός μας Γιώργος, τότε θα σε ενημερώσω!».
            Εδώ τελειώνει η ιστορία μας με τον Γιώργο να συνεχίζει να γράφει ποιηματάκια και τον εκτυπωτή, τη μνήμη usb και τα άλλα εξαρτήματα του υπολογιστή να ζούνε στον παράλληλο κόσμο τους.

                                                            Τέλος.

Πίσω στην αρχή!

Πατήστε πάνω στο βελάκι!

 

Οδηγός για το πως να...ΜΗΝ γράψετε ένα ποίημα!

Έτος 2040μΧ. 5 Οκτωβρίου. Αθήνα.

 

Η Ελλάδα επιτέλους βγήκε από τα μνημόνια. Και ποιος βοήθησε περισσότερο από όλους; Εγώ! Βέβαια, μερικοί μου το κρατάνε ακόμα για το δημοψήφισμα του 2015. Δηλαδή, ότι τάχα μου άδικα δίχασα το λαό, ότι έκανα το όχι, ναι, κι ότι ήταν ακαταλαβίστικο. Καταρχήν, τα δημοψηφίσματα είναι διχαστικά από μόνα τους. Από την άλλη, ήμουν πολύ λυπημένος που έπρεπε να εφαρμόσω τα μέτρα, αλλά τί να κάνω; Να παραιτηθώ; Να δειλιάσω μπροστά στις ευθύνες μου; Και τέλος, δεν το συνέταξα εγώ, αλλά ο υπουργός μου. Τί φταίω εγώ που του άρεσε η δημιουργική ασάφεια; Εγώ του τα έλεγα, να τα κάνει πιο σαφή, αλλά εκείνος το βιολί του. Τέλος πάντων, περασμένα, ξεχασμένα. Το μέλημά μου είναι πως τώρα που θα γίνω Πρόεδρος της Δημοκρατίας, να γράψω ένα ποίημα, ώστε να λέει ο κόσμος: ο κ.Δίχως Τσίπας είναι σοφός ή ότι έχω μια κρυστάλλινη πλευρά.

Από την άλλη, όμως δεν θα πρέπει να ξεχάσουνε ότι είμαι κι εγώ αριστερός. Επειδή δεν γύρευα δραχμούλα, όπως κάποιοι άλλοι σύντροφοι, δεν σημαίνει ότι δεν είχα κι εγώ ψυχούλα! Να έγραφα ένα επαναστατικό για τον Τσε Γκεβάρα...μάλλον δεν θα το πιστέψουν, αφού ήμουν αριστερός γιαλαντζί. Στα πρώιμα νεανικά μου χρόνια μπορεί να ήμουν λιγουλάκι αριστερός, αλλά αυτά ήταν νεανικές απερισκεψίες! Έπειτα σοβαρεύτηκα και νοικοκυρεύτηκα. Όχι, όχι, πρέπει να σκεφτώ κάτι άλλο.

 Βέβαια, θα μπορούσα να γράψω ένα ερωτικό ποίημα. Να εμπνευστώ από κάποια νέα και όμορφη κοπέλα. Υπάρχει, όμως, περίπτωση να φάω παντόφλα από τη γυναίκα μου. Εκτός αυτού, ο κόσμος θα σκεφτεί ότι τώρα γιατί να μιλώ για γεροντοέρωτες; Άλλωστε έχουν ασπρίσει τα μαλλιά μου κι έχω ξεχάσει το τί σημαίνει γυναίκα...

Θα ήθελα να γράψω ένα κοινωνικό ποίημα, ένα που να μιλά για κοινωνικές αδικίες. Ίσως και για πρόσφυγες. Το κακό είναι πως όσο κυβέρνησα, πέρασα τα πιο αντιλαϊκά μέτρα που υπήρχαν και το ομολογώ στον εαυτό μου σε μια βαθιά κρίση αυτογνωσίας. Αλλά, όπως, προείπα και ειλικρινά δεν μου αρέσει να επαναλαμβάνομαι, δεν μπορούσα να κάνω διαφορετικά, γιατί ήμουν Πρωθυπουργός, αλλά δεν είχα εξουσία!

Αν έγραφα ένα χαϊκού; Όπως έχουν κάνει ιάπωνες αυτοκράτορες. Από την άλλη σκέφτομαι, το χαϊκού είναι η πιο σύντομη φόρμα ποίησης: τρεις στίχοι και στο σύνολο 17 συλλαβές. Όμως, εγώ είμαι πολυλογάς και δεν μπορώ να απαγγείλω αυτά που θέλω σε μια μπουκίτσα ποίησης. Έτσι κι αλλιώς, η κλασσική θεματολογία των χαϊκού είναι οι εποχές και τα χρώματα. Είμαι εγώ για να γράφω για πεταλουδίτσες που πετούν ανάλαφρα σε μια ηλιόλουστη μέρα; Αποκλείεται!

Το βρήκα! Θα γράψω για τη θάλασσα! Ποια είναι τα χαρακτηριστικά της θάλασσας; Μάλλον, πρόχειρα, όπως το σκέφτομαι, ότι είναι απέραντη και μπλε...Αλλά τώρα που το σκέπτομαι καλύτερα, αυτό είναι κοινοτυπία. Αφού δεν είμαι ναυτικός και δεν θα μπορώ να γράψω βιωματικά. Είναι βέβαια γνωστό ότι όλη μου τη ζωή την πέρασα από τα γραφεία του Α.Κ.Ν. (Αριστερο Κίνημα Νεολαίας) μέχρι το πολυτεχνείο κι έπειτα στο Μέγαρο Μαξίμου και πάει λέγοντας...στεριανός είμαι, ποιον θα κοροιδέψω;

Έχω μια καλύτερη ιδέα: να γράψω ένα σονέτο...Μετά από μια πρόχειρη αναζήτηση στον παγκόσμιο ιστό, βρήκα ότι υπάρχουν δύο βασικοί τύποι: το ιταλικό και το αγγλικό ή σαιξπηρικό σονέτο. Το πρώτο έχει δομή τεσσάρων στροφών, όπου οι δύο πρώτες είναι τετράστιχες, ενώ οι δύο τελευταίες αποτελούνται από τρεις στίχους και συνήθως έχει εντεκασύλλαβο μέτρο και ιαμβικό ρυθμό. Το δεύτερο απότελείται από τρεις τετράστιχες στροφές και ένα τελικό δίστιχο. Συνήθως έχει δεκαπεντασύλλαβο ιαμβικό μέτρο και ρυθμό. Ουφ, μου φαίνεται δύσκολο και πολύπλοκο. Τώρα στα γεράματα, μάθε γέρο γράμματα! Που να κάθομαι να υπολογίζω συλλαβές και τόνους! Εγώ χρειάζομαι κάτι πιο εύκολο.

Τελικά, θα κάνω αυτό που γνωρίζω καλύτερα...θα το παραγγείλω από την λογογράφο μου! Θα της αφήσω ένα σημείωμα εδώ να μου γράψει ένα ποίημα πέρα από το λόγο που θα εκφωνήσω.

                                                ***

 

2040μΧ.  Έξι Οκτωβρίου. Αθήνα.

 

Την άλλη μέρα το πρωί βρίσκω στο γραφείο μου το παρακάτω σημείωμα:

-κ.Δίχως Τσίπα σε ξέρω καλά, αφού σε γέννησα εγώ η ίδια και σε συμβουλεύω ως μάνα σου, να μην απαγγείλεις ποίημα, αφού ούτε ευαίσθητος είσαι, ούτε φιλόσοφος. Πες τους κάνα ψέμα, αφού οι πολιτικοί αυτό είναι: επαγγελματίες ψεύτες. Αν ήσουν ποιητής απλώς θα έγραφες για διάφορα ψέματα, αλλά όταν είσαι πολιτικός τα ψέματα τα λες χωρίς να πράττεις αυτά που υπόσχεσαι. Συνεπώς, η συμβουλή μου προς εσένα είναι να κάνεις αυτό που ξέρεις καλύτερα: Να πεις άλλο ένα ψέμα!

Δίχως εκτίμηση,

Αρίστη Τσίπα.

Απίστευτο, η ίδια η μητέρα μου να με απορρίπτει! Τί θα μπορούσα να είμαι μετά από αυτό; Τέλος πάντων, ας μην προσποιηθώ ούτε καν στον εαυτό μου ότι με νοιάζει, αφού οι ευαίσθητες χορδές έχουν προ πολλού πεθάνει...

 

Τέλος

Πίσω στην αρχή!

Πατήστε πάνω στο βελάκι!

FOLLOW ME

  • Facebook Classic
  • Twitter Classic
  • c-youtube

© 2023 by Samanta Jonse. Proudly created with Wix.com