Δοκίμια Γεράσιμου Μοσχόπουλου

Καινούργιο Δοκίμιο!

Πατήστε πάνω στο βελάκι!

"Η υποκειμενικότητα στην ερμηνεία των πραγμάτων"

 

Το κείμενο αυτό πραγματεύεται την ιδέα ότι δεν υπάρχει μια ολοκληρωμένη και ορισμένη ερμηνεία της ζωής με μοναδικό τρόπο για όλους, αλλά αντιθέτως κανείς δεν αντιλαμβάνεται τα πράγματα με τον ίδιο ακριβώς τρόπο και συνεπώς η ερμηνεία της ζωής είναι διαφοροποιημένη για τον καθένα μας, αφού κάθε άτομο ζει στο δικό του μικρόκοσμο. Καταρχήν, θα δοθεί ένας ορισμός της ερμηνείας, ώστε να μιλάμε με κοινό παρανομαστή:

 

 

Η ερμηνεία είναι το αποτέλεσμα της επεξεργασίας των δεδομένων του περίγυρού μας μέσω της αντίληψής μας.

 

 

Μέσα στον ορισμό της ερμηνείας μπήκαν κάποιες καινούργιες έννοιες, όπως η επεξεργασία των δεδομένων και η αντίληψη. Το πρώτο είναι κάθε είδους πληροφορία η οποία προκύπτει σαν το προϊόν της επεξεργασίας των δεδομένων. Ως δεδομένα εννοούμε ο,τι υπάρχει στον εξωτερικό μας κόσμο, δηλαδή από το χαμόγελο του συνομιλητή μας ή ένα ηλιοβασίλεμα, αλλά μέχρι και μια εκκωφαντική σειρήνα ενός περιπολικού. Σε ό,τι αφορά στην αντίληψη εννοούμε ότι η προαναφερθείσα επεξεργασία των δεδομένων λαμβάνει χώρα μέσω των πέντε αισθήσεων. Κυρίως, φυσικά μέσω της όρασης και της ακοής, αλλά εν γένει μπορεί να λαμβάνουν χώρα και οι πέντε αισθήσεις αν και όχι απαραίτητα ταυτόχρονα. Για παράδειγμα, όταν μας μιλάει κάποιος, τον αντιλαμβανόμαστε μέσω της όρασης και της ακοής. Αν, όμως, η συνομιλία συμβαίνει μεταξύ ενός ερωτευμένου ζευγαριού, τότε παίρνουν μέρος και οι άλλες αισθήσεις, καθώς η επαφή είναι πιο στενή και πιο οικεία.

 

 

Δεδομένου ότι ορίσαμε την έννοια της ερμηνείας, μπορούμε να μιλήσουμε για τους παράγοντες που την καθιστούν υποκειμενική. Τον πρώτο παράγοντα αποτελεί η υποκειμενικότητα του ατόμου. Πιο συγκεκριμένα, κάθε άτομο έχει δομηθεί τελείως διαφορετικά και γι΄αυτόν τον λόγο έχει και ένα μοναδικό πρίσμα με το οποίο αντιλαμβάνεται τα πράγματα. Για παράδειγμα, όταν κάποιος φορά γυαλιά ηλίου και αντιλαμβάνεται τα πράγματα πιο σκοτεινά σε σχέση με κάποιον που δεν τα φοράει. Έτσι ακριβώς είναι και το πρίσμα του υποκειμένου. Το πρίσμα αλλοιώνει την αντίληψή μας και κάνει τα δεδομένα να φαίνονται διαφορετικά απ’ ό,τι πραγματικά είναι κι επιπλέον κάθε υποκείμενο συλλαμβάνει τα δεδομένα και τα επεξεργάζεται με διαφορετικό τρόπο. Συνεπώς, από τα προαναφερθέντα προκύπτει πως η ερμηνεία των δεδομένων σε σχέση με το πρίσμα θα μπορούσε να παρομοιαστεί σαν το ηλιακό φως που διαθλάται και κάθε υποκείμενο αντιλαμβάνεται κι ένα διαφορετικό χρώμα. Ας δούμε ένα άλλο παράδειγμα. Φανταστείτε πως σ’ ένα σαλόνι κάποιου γιατρού περιμένει μία οικογένεια. Μέσα στο σαλόνι υπάρχει ένα ξύλινο τραπέζι. Ας υποθέσουμε ότι είναι τετραμελής η οικογένεια με τον μπαμπά, τη μαμά και δύο παιδιά, ένα κορίτσι κι ένα αγόρι. Ο μπαμπάς είναι μαραγκός και σκέφτεται τη τεχνική με την οποία κατασκευάστηκε το τραπέζι, ενώ της μαμάς της αρέσει κι αναρωτιέται πόσο κοστίζει, καθώς θα ήθελε να πάρει ένα ολόιδιο. Το μικρό αγόρι το μόνο που το νοιάζει είναι πως του παρέχει μια σκληρή επιφάνεια στο επιθυμητό ύψος για να παίξει με το αυτοκινητάκι του, ενώ το μικρό κορίτσι είναι αγχωμένο που θα επισκεφτεί τον παιδίατρο και δεν παρατηρεί καν το τραπέζι. Στο παραπάνω παράδειγμα είδαμε πως κάθε άτομο-μέλος της οικογενείας είχε μια διαφορετική αντίληψη για την λέξη και ταυτόχρονα εικόνα του τραπεζιού. Η ίδια λέξη είχε διαφορετικό αντίκτυπο στο κάθε υποκείμενο, λόγω της διαφορετικής χρησιμότητας που έβρισκε το κάθε άτομο. Να σημειωθεί πως στην αντίληψη του κοριτσιού το τραπέζι δεν υπήρχε καν αφού την απασχολούσε η επίσκεψη στον παιδίατρο.

 

 

Άλλος ένας σημαντικός παράγοντας που καθιστά την ερμηνεία των πραγμάτων ως υποκειμενική είναι η διφορούμενη σημασία του λόγου. Πιο συγκεκριμένα, οι λέξεις έχουν τουλάχιστον δύο ερμηνείες: την κυριολεκτική και τη μεταφορική. Επιπλέον, το κάθε άτομο αντιλαμβάνεται τις λέξεις με το δικό του προσωπικό τρόπο είτε συνειδητά, είτε ασυνείδητα. Για παράδειγμα, ας πούμε ότι ένα άτομο σε μια παρέα εκφωνεί μια λέξη μόνο και το κάνουν σαν παιχνίδι για να δουν τι θα σκεφτεί ο καθένας. Το άτομο εκφωνεί τη λέξη «κύπελλο».  Ο νους των ποδοσφαιρόφιλων θα πάει στον ολυμπιακό ή στον παναθηναϊκό. Οι σινεφίλ ή οι βιβλιολάτρεις θα σκεφτούν «Το κύπελλο της φωτιάς», που είναι το πέμπτο βιβλίο στη σειρά ταινιών με τον Χάρυ Πότερ. Κάποιος θρησκευούμενος μπορεί να σκεφτεί το άγιο δισκοπότηρο. Το άτομο που εξέφερε τη λέξη μπορεί να εννοούσε μια κούπα που χρησιμοποιούμε για να πιούμε τον καφέ. Από τα προαναφερθέντα συμπεραίνουμε πως κάθε λέξη μπορεί να πυροδοτεί διαφορετικά νοήματα στον κάθε δέκτη και συνεπώς να αντιλαμβάνεται τα πράγματα με διαφορετικό τρόπο. Διττή ή πολλαπλή σημασία έχουν, επίσης, και τα σύμβολα. Για παράδειγμα, το παρακάτω σύμβολο: + θα πει κάποιος είναι το σύμβολο της πρόσθεσης, αλλά αν το μεγεθύνουμε : + τώρα μπορεί να μας θυμίσει τον σταυρό της κέλτικης θρησκείας και τώρα με μια περαιτέρω επεξεργασία προκύπτει το παρακάτω σύμβολο:

 

 

 

 

+

 

 

το οποίο μπορεί να μας θυμίσει και μια διασταύρωση. Το σύμβολο δεν άλλαξε στη βάση του, αλλά αυτό, που άλλαξε είναι η ερμηνεία του. Τονίζεται και η διφορούμενη σημασία των συμβόλων επειδή και οι εικόνες της καθημερινότητας μεταφράζονται από γνωστά σύμβολα σε λέξεις. Όπως στο παράδειγμα με το τραπέζι, όπου όλοι βλέπαν το ίδιο αντικείμενο, αλλά ο καθένας ερμήνευε με διαφορετικό τρόπο τα πράγματα, καταλήγοντας ο καθένας στην υποκειμενική του ερμηνεία.

 

Ωστόσο, δεν πρέπει να αγνοηθεί κι ένας ακόμη σημαντικός παράγοντας που οξύνει την υποκειμενικότητα της ερμηνείας της ζωής. Πιο αναλυτικά, δε μπορούμε να είμαστε αντικειμενικοί και συνεπώς να υπάρχει μία μοναδική εκδοχή των πραγμάτων, αφού βρισκόμαστε μέσα στην κοινωνία και δεν είμαστε εξωτερικοί παρατηρητές, όπως είναι ο αυτόπτης μάρτυρας. Ο αυτόπτης μάρτυρας παρατηρεί ένα συμβάν χωρίς να συσχετίζεται με τους συμμετέχοντες του συμβάντος. Αλλά ακόμη και τότε ο αυτόπτης μάρτυρας μπορεί να ταυτίζεται με κάποιον από τους συμμετέχοντες του συμβάντος και να μην είναι αδέκαστος κριτής. Για παράδειγμα, σ’ ένα τροχαίο ατύχημα στο οποίο έχει τρακάρει ένα αυτοκίνητο με μια μηχανή, ενώ η μηχανή έχει παραβιάσει σήμανση με stop, ο μάρτυρας μπορεί να ταυτιστεί με τον οδηγό της μηχανής επειδή οδηγεί κι εκείνος μηχανή και στην αφήγησή του στην αστυνομία μπορεί να τα διηγηθεί πιο θετικά για τον οδηγό της μηχανής. Ας πάρουμε τώρα ένα άλλο παράδειγμα στο οποίο ένας φοιτητής μετράει το βλαστό ενός φυτού σ’ ένα γεωπονικό πείραμα. Ο φοιτητής μπορεί να μετρήσει πιο αντικειμενικά το βλαστό, καθώς βρίσκεται έξω από το φυτό και μπορεί να το αντιληφθεί σφαιρικά. Αλλά και πάλι, κάποιος άλλος φοιτητής μπορεί να πάρει διαφορετική μέτρηση για τον ίδιο βλαστό, παραδείγματος χάριν λόγω μυωπίας. Η διαφοροποίηση της μέτρησης οφείλεται σε αυτήν την περίπτωση στη διαφορετικότητα των υποκειμένων. Το συμπέρασμα που πηγάζει από την τελευταία παράγραφο είναι ότι δεν υπάρχει μία ορισμένη με ένα τρόπο ερμηνεία των πραγμάτων, η οποία είναι προσιτή σε όλους, αλλά ότι η ερμηνεία των πραγμάτων είναι υποκειμενική.  

 

 

Συνοψίζοντας, οι παράγοντες που καθιστούν την ερμηνεία των πραγμάτων ως υποκειμενική είναι η υποκειμενικότητα του ατόμου και το ατομικό πρίσμα, η διφορούμενη σημασία του λόγου και των συμβόλων, καθώς και η έλλειψη μιας θέσης σφαιρικού παρατηρητή, αφού βρισκόμαστε μέσα στο πλεκτό της κοινωνίας. θα μπορούσαμε να παρομοιάσουμε την αντικειμενική ερμηνεία των πραγμάτων σαν ένα τεράστιο παζλ από κομμάτια πάγου σε μια θάλασσα και να στέκεται ο καθένας μας σ’ ένα κομμάτι από το παζλ και το κάθε κομάτι να επιπλέει πάνω σε αυτήν. Τα κομμάτια του παζλ επικοινωνούν μέσω της θάλασσας. Η αντικειμενική ερμηνεία των πραγμάτων μπορεί να είναι η συνολική εικόνα του παζλ, την οποία όμως δεν την αντιλαμβάνεται κανείς καθώς αφενός κανένας μας δεν έχει πανοραμική άποψη όλης της εικόνας, αφού δεν είμαστε σφαιρικοί παρατηρητές κι αφετέρου η εικόνα είναι κατακερματισμένη. Το κάθε άτομο μπορεί να αντιληφθεί το δικό του κομμάτι παζλ και τα γειτονικά, αλλά όχι όλη την εικόνα, καθώς αυτό μας υπερβαίνει. Εν κατακλείδι, η ερμηνεία της ζωής είναι διαφορετική για τον καθένα μας και το κάθε άτομο είναι σε θέση να αντιληφθεί ένα μέρος της συνολικής εικόνας, καθιστώντας έτσι την ερμηνεία των πραγμάτων ως υποκειμενική.

 

 

 

Τις θερμές μου ευχαριστίες στη φιλόλογο Μαρία Μαζιώτη για την πολύτιμη συμβολή της στη δημιουργία αυτού του δοκιμίου.

 

 

 

Διακρίθηκε με έπαινο από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών στο λογοτεχνικό διαγωνισμό του 2013(32ος).

 

 

 

Μοσχόπουλος Γεράσιμος

"Σχετικά με τη δομή του χιουμοριστικού λόγου"

Σε αυτό το δοκίμιο θα παραθέσω τις απόψεις μου σχετικά με την παραγωγή αστείων σε ένα πεζογράφημα ή ακόμη και στον προφορικό λόγο. Πρόκειται για κάποιους μηχανισμούς που έχω εντοπίσει από τα κωμικά βιβλία που έχω διαβάσει, από τις αστείες σειρές που έχω παρακολουθήσει, αλλά και από αυτά που έχω γράψει ο ίδιος.

          1ος μηχανισμός: η ανατροπή των δεδομένων!

      Ίσως ο πιο σημαντικός μηχανισμός χιούμορ είναι η ανατροπή των δεδομένων, ο οποίος ενδεχομένως εμπεριέχεται κάποιες φορές και στους μετέπειτα μηχανισμούς που πρόκειται να αναφέρω. Συνήθως, σε αυτό τον τρόπο αφήνεις κάτι να εννοηθεί και στην πορεία ανατρέπεται θριαμβευτικά. Σαν παράδειγμα, αναφέρω ένα αστείο που βρήκα στο διαδίκτυο και το παραθέτω μεταφρασμένο:

-«Καθόμουν χθες το βράδυ στο κρεβάτι μου και κοιτούσα τα αστέρια κι αναρωτιόμουνα: που στο διάολο πήγε το ταβάνι;».

Στην παραπάνω σύντομη αφήγηση, αφήνει να εννοηθεί πως θα μιλήσει για τον ουρανό και ταυτόχρονα αποκρύβει το αυτονόητο-ότι τα σπίτια έχουν ταβάνι-και το αποκαλύπτει στο τέλος. Στηρίζεται στο ότι είναι βραχύ και δεν προλαβαίνει ο αναγνώστης να το σκεφτεί.

Στο δεύτερο παράδειγμα, θα αναφέρω ένα ρητό, που μιλά αρχικά για την ψυχραιμία:

Αν μπορείς να κρατάς την ψυχραιμία σου, όταν όλοι γύρω σου τα 'χουν χάσει, τότε πιθανότατα δεν έχεις αντιληφθεί τη σοβαρότητα της κατάστασης.
(Jean Kerr, 1923-2003, Αμερικανίδα συγγραφέας).

Ο αναγνώστης θα νομίζει πως η συγγραφέας που σκέφτηκε το ρητό, θα αναφερότανε σε κάποιον άνθρωπο που είναι τέρας ψυχραιμίας, αλλά τελικώς στο τέλος παραδέχεται πως σε πολύ σοβαρές καταστάσεις είναι ανέφικτό για όλους να είναι ψύχραιμοι.

            Ένας τρόπος για να κάνεις την ανατροπή στα δεδομένα είναι να αναφέρεσαι σε κάτι μεγαλειώδες και πριν τελειώσει η εξιστόρηση, αναφέρεις μια ασήμαντη παρενέργεια του γεγονότος. Θα γίνω πιο συγκεκριμένος με το παρακάτω παράδειγμα.

            Τον τρόπο αυτόν, ο οποίος είναι μια υποκατηγορία του ανατρεπτικού τρόπου, τον συνάντησα σε κόμικ του Γουόλτ Ντίσνεϋ, όπου σατυρίζανε τις θεωρίες περί συντέλειας του κόσμου. Θα το παραθέσω, χωρίς πολλές λεπτομέρειες. Ένας «ειδικός επιστήμονας» υποστηρίζει πως τον Δεκέμβρη του 2012 (τότε που τελειώνει και το ημερολόγιο των Μάγια) θα αλλάξουν οι πόλοι, ο βόρειος πόλος θα γίνει νότιος και τούμπαλιν κι έτσι θα έρθει η καταστροφή. Προσθέτει, τελειώνοντας, πως θα πρέπει να ξαναφτιάξουμε όλους τους χάρτες!

            Το μεγαλειώδες γεγονός είναι η καταστροφή του κόσμου, μέσω της αλλαγής των δύο πόλων, αλλά αυτό που νοιάζει τον επιστήμονα είναι το ότι θα πρέπει να ξαναφτιαχτούν οι χάρτες.

          2ος μηχανισμός: η διφορούμενη σημασία του λόγου!

Ένας άλλος τρόπος για να κατασκευάσεις ένα αστείο είναι η διφορούμενη σημασία του λόγου και με αυτό εννοώ ότι κάθε λέξη σχεδόν έχει διπλή έννοια: την μεταφορική και την κυριολεκτική. Στην αρχή εννοείς την μία έννοια και στην πορεία αποκαλύπτεται η άλλη. Σαν παράδειγμα, θα παραθέσω μια κλασσική ατάκα που λένε οι άντρες όταν βλέπουν μια ωραία γυναίκα:

«Ζαχαροπλάστης είναι ο πατέρας σου;»

Με αυτήν την φράση υπονοείται πως ο πατέρας πλάθει την κόρη του λες κι εκείνη είναι κάποιο γλύκισμα που έφτιαξε στο εργαστήριο ζαχαροπλαστικής του. Στην αρχή υπονοείται η κυριολεκτική έννοια της λέξης-του ζαχαροπλάστη-κι έπειτα, όταν η ερώτηση φτάνει στη λέξη πατέρας, τότε φανερώνεται η μεταφορική, δηλαδή το πως ένας πατέρας πλάθει ως γεννήτορας μια όμορφη κόρη-γλύκισμα. 

Άλλο ένα παράδειγμα δημιουργίας αστείου με τη χρησιμότητα της διττής σημασίας του λόγου συναντάται σε μια αγαπημένη μου σειρά στο δίαυλο Nickelodeon, το Victorious. Στη σειρά αυτή υπάρχουν μαθητές σε ένα σχολείο όπου διδάσκονται τέχνες, όπως η υποκριτική και το τραγούδι. Σε ένα επεισόδιο η πρωταγωνίστρια μαζί με ένα φίλο της έχουν δημιουργήσει ένα τραγούδι και θέλουν να το πουλήσουν σε ένα μουσικό παραγωγό. Στον μουσικό παραραγωγό αρχικά αρέσει το τραγούδι, αλλά μετά υποστηρίζει πως το τραγούδι πρέπει να περάσει το κριτήριο του μωρού. Θα το ακούσει το μωρό και αν γελάσει, τότε το τραγούδι θα γίνει επιτυχία, ενώ σε περίπτωση που το μωρό κλάψει, τότε το τραγούδι θα είναι αποτυχία. Την αμέσως επόμενη στιγμή μπαίνει ένας συνεργάτης του μουσικού παραγωγού κρατώντας ένα μωρό στην αγκαλιά του. Ξαναπαίζουν το τραγούδι και το μωρό κλαίει, οπότε ο μουσικός παραγωγός φεύγει χωρίς να αγοράσει το τραγούδι, πριν βγει όμως από την αίθουσα λέει προς το μωρό:

«Πάμε να φύγουμε μωρό μου!»

            Σε αυτήν ακριβώς την τελευταία φράση θέλω να εστιάσω την προσοχή μου, όπου ο σεναριογράφος εννοεί την μεταφορική έννοια που λέγεται συνήθως σε μια γυναίκα (μωρό μου), αλλά και την κυριολεκτική, αφού ο συνεργάτης του μουσικού παραγωγού κρατούσε στην αγκαλιά του όντως ένα μωρό!

Παρακάτω παρατίθονται κι άλλα παραδείγματα, όπου χρησιμοποιείται η διφορούμενη σημασία του λόγου σαν τρόπος παραγωγής αστείου. Ας πούμε ότι ένας ήρωας σε ένα διήγημα προτείνει σε μια κοπέλα να δούνε μαζί μια ταινία σεξουαλικού περιεχομένου. Είναι προτιμότερο να το εκφέρει κάπως έτσι:

-«Είσαι να δούμε μαζί αυτήν την πιπεράτη ταινία;»

Η λέξη πιπεράτη είναι αυτή, που κάνει τη διαφορά. Θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί και η λέξη πικάντικη. Το πικάντικο και το πιπεράτο αναφέρεται στο πονηρό του πράγματος.

            Θα παραθέσω ένα άλλο παράδειγμα, όπου η ηρωίδα είναι αγανακτισμένη με τον άντρα της και μιλάει στην κόρη της. Αντί της φράσης:

-«Στον ηλίθιο, τον πατέρα σου αναφέρομαι!», προτιμότερη είναι η:

-«Στον προκομμένο, τον πατέρα σου αναφέρομαι!».

Η λέξη προκομμένος είναι πολύ πιο διακριτική και φυσικά έχει μια δόση ειρωνίας. Έχει χρησιμοποιηθεί σε παλιές ελληνικές κωμωδίες.

Παραθέτω ένα απόσπασμα έμμετρης ποίησης, στο οποίο χρησιμοποιώ λέξεις από την αργκώ, για να δημιουργήσω μια ανάλαφρη ατμόσφαιρα. Ο τίτλος του ποίηματος, «Η ζωή σα μια παρτίδα πόκερ»:

....

....

 

 

Σαν η καρό βασίλισσα

στην τσόχα σουλατσάρει,

με δυο ρηγάδες αγκαζέ

η τύχη μου ρεφάρει.

....

Τα ρήματα σουλατσάρει και ρεφάρει δε χρησιμοποιούνται στην καθομιλουμένη και δίνουν μια διαφορετική χροιά στο ποίημα κι επίσης δίνουν έμφαση καθώς ριμάρουν σε εκείνο το σημείο. Επιπλέον, και η λέξη αγκαζέ δίνει περισσότερο έμφαση καθώς δημιουργεί μια σαφή εικόνα.

3ος μηχανισμός: ο κατασκευαστικός ή υπερρεαλιστικός τρόπος!

Δεν πρέπει να αγνοηθεί κι ο κατασκευαστικός τρόπος, ο οποίος για μένα είναι και ο πιο δύσκολος. Σαν κατασκεύασμα εννοώ ότι στην πορεία της αφήγησης ο συγγραφέας φτιάχνει κάτι που στην πραγματικότητα μπορεί κιόλας να μην υφίσταται, αλλά το δένει με την πλοκή του έργου. Θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και σαν υπερρεαλιστικός. Θα προσπαθήσω να αποσαφηνίσω τη θέση μου με τα παραδείγματα. Καταρχήν, τα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα αυτού του τρόπου είναι τα ανέκδοτα. Παραθέτω ένα ανέκδοτο-αίνιγμα, το οποίο το είχα σκεφτεί όταν πήγαινα γ’ λυκείου, αλλά θα ακολουθήσουν και άλλα παραδείγματα, τα οποία θα είναι πιο χαρακτηριστικά.

-Τι είναι γλυκό του κουταλιού και τραγουδάει;

Η Άννα Βύσσινο!

Στο ανέκδοτο αυτό, η κατασκευή είναι ένα κράμα από το γλυκό του κουταλιού βύσσινο και φυσικά τη γνωστή τραγουδίστρια Άννα Βίσση. Παρόμοιου χαρακτήρα είναι και το παρακάτω ανέκδοτο-αίνιγμα:

-Τι είναι κίτρινο, τραγουδάει και φοράει γυαλιά;

Η Μπανάνα Μούσχουρη!

Προφανώς η κατασκευή του ανεκδότου συνδυάζει το φρούτο μπανάνα και τη περίφημη τραγουδίστρια Νανά Μούσχουρη. Το επόμενα παραδείγματα, που θα αναφέρω είναι του αγαπημένου μου χιουμορίστα συγγραφέα, Ακίλε Καμπανίλε. Δεν θα παραθέσω επακριβώς τους διάλογους, αλλά θα γράψω περιληπτικά την ουσία του αστείου. Σε ένα από τα βιβλία του Ακίλε Καμπανίλε, οι ήρωες έχουν καταλήξει σε ένα παραμυθένιο βασίλειο, όπου σε κάποια φάση ο βασιλιάς αρρωσταίνει από μια σπάνια ασθένεια: κάθε φορά που κουνιέται, ακούγεται μελωδία από το σώμα του! Το χιούμορ είναι ότι η σπάνια αυτή ασθένεια μεταδίδεται μέσω του φιλιού και καταλήγει όλο το βασίλειο να «νοσεί», καθώς ο βασιλιάς φίλησε την βασίλισσα και η τελευταία φιλάει κάποιον από την βασιλική φρουρά. Φυσικά η αλυσίδα των φιλιών συνεχίζεται, μέχρι να «νοσήσει» και ο τελευταίος υπήκοος! Προφανώς, το κατασκεύασμα σε αυτήν την περίπτωση είναι και η ασθένεια, αλλά και ο χιουμοριστικός τρόπος που μεταδίδεται.

Θα αναφέρω ένα ακόμη παράδειγμα, το οποίο είναι επίσης από ένα βιβλίο του ίδιου συγγραφέα, το οποίο λέγεται «Αύγουστο μήνα, γυναίκα μου δε σε ξέρω». Σε κάποια φάση αυτού του μυθιστορήματος, εμφανίζεται μια κοπέλα, η οποία έχει μάθει τις λέξεις ελαφρώς παραποιημένες από τον παιδαγωγό της, ο οποίος την είχε ερωτευτεί κι επειδή εκείνη τον απόρριψε, εκείνος για να την εκδικηθεί παραποίησε κάποιες λέξεις με έντεχνο τρόπο. Πιο συγκεκριμένα, όπως καθόντουσαν στο πρωινό τραπέζι, η κοπέλα ζητούσε επίμονα ένα χαμάλη κι επειδή επέμεινε πολύ, της τον φέρανε, αλλά αυτή συνέχιζε να ζητά ένα χαμάλη. Έξι μήνες αργότερα, καταλάβανε ότι αυτό που ήθελε είναι ένα σάμαλι! Το κατασκεύασμα σε αυτήν την περίπτωση είναι η έντεχνη παραποίηση της γλώσσας από την πλευρά του εκδικητή παιδαγωγού.

 

            Μια υποκατηγορία του κατασκευαστικού τρόπου αστείου στηρίζεται στην παραγωγή μιας εικόνας με την αρωγή μιας παρομοίωσης. Συγκρίνεις, δηλαδή, αυτό που θες να σατυρίσεις με κάτι που είναι με φυσικό τρόπο έτσι. Υπόσχομαι πάλι πως θα γίνω σαφέστερος με τα παραδείγματα.

            Για παράδειγμα, ας πούμε πως θέλουμε να αναφερθούμε σε έναν χαρακτήρα διηγήματος, ο οποίος είναι πολύ αργός. Θα παραθέσω δύο χιουμοριστικούς τρόπους για να το κάνουμε αυτό:

Α)-«Ο τύπος είναι πιο αργός και από slow motion!».

Β)-«Ο άνθρωπος είναι πιο αργός και από κουτσή χελώνα!».

Στον Α τρόπο πετυχαίνουμε το στόχο μας με μια ρεαλιστική παρομοίωση. Δηλαδή, συγκρίνοντας τον τύπο με το slow motion.

Στο Β τρόπο συγκρίνουμε τον άνθρωπο με μια χελώνα, που είναι από τη φύση της αργή. Την κάνουμε και κουτσή για να δώσουμε περισσότερη έμφαση. Αυτό είναι το στοιχείο της υπερβολής.

            Ας πούμε ότι θέλουμε να μιλήσουμε για το θυμό κάποιου. Νομίζω πως έχει καταστεί σαφές ότι δεν αρκεί να γράψουμε μια φράση του τύπου:

-«Ο τύπος ήταν πολύ θυμωμένος», καθώς είναι ιδιαιτέρως κοινότυπη. Είναι προτιμότερες φράσεις του τύπου:

Α) -«Ο Γιώργος εξαγριώθηκε κι έγινε κόκκινος σα παντζάρι».

Β) -«Ο Μήτσος θύμωσε,τόσο, που οι λέξεις, που ξεστόμιζε, θυμίζανε λάβα ηφαιστείου».

Γ)  -«Ο Κίτσος είχε θυμώσει τόσο, που θαρρείς έπιασε φωτιά κι έβγαλε καπνούς, αντί για λέξεις. Ούτε με ένα κουβά νερό δεν τον συνεφέρεις».

Γίνεται εμφανές από τους παραπάνω τρόπους ότι το κόκκινο χρώμα είναι συνδεδεμένο με το θυμό του ανθρώπου, αφού συγκεντρώνεται πολύ αίμα στο κεφάλι όταν θυμώνουμε. Το σίγουρο είναι ότι με τον Α τρόπο, δίνουμε έμφαση με τη σύγκριση με ένα παντζάρι, ενώ στους Β, Γ τρόπους φαίνεται η εκρηκτική δύναμη του θυμού, αφού ο τελευταίος παρομοιάζεται με λάβα και φωτιά αντιστοίχως.

            Ας πούμε τώρα, ότι θέλουμε να μιλήσουμε για κάποιον που δεν είναι και τόσο έξυπνος. Θα παραθέσω πρώτα μια μεταφορική φράση του Τσιφόρου:

Α) Ήταν πιο χαζός κι από το σώβρακό του!

Έπειτα θα αναφέρω μια γνωστή φράση για την «εξυπνάδα»:

Β) Είχε μυαλό κουκούτσι.

Στην Α φράση, που έχει γραφτεί στο βιβλίο του Τσιφόρου, «Παραμύθια πίσω από τα κάγκελα», είναι σαφές πως ο χαρακτήρας συγκρίνεται με τον δείκτη ευφυΐας (IQ) του σλιπ του, το οποίο δεν είναι υψηλό. Στη Β φράση δίνουμε έμφαση πως το μυαλό εκείνου στον οποίο αναφερόμαστε έχει πολύ μικρό μυαλουδάκι, αφού συγκρίνεται με κουκούτσι.

                       

4ος μηχανισμός: διασκευή ενός γνωστού ρητού ή άλλου αστείου!

 

Ο τέταρτος τρόπος για να παραγάγουμε ένα αστείο είναι με τη διασκευή ενός γνωστού ρητού ή με τη διασκευή ενός άλλου αστείου. Με τον τρόπο αυτό δεν εννοώ την αντιγραφή ή τη στείρα αναπαραγωγή του, αλλά την κατανόηση της ιδέας του και την παραγωγή ενός άλλου που να έχει παρόμοια δομή, αλλά διαφορετικό περιτύλιγμα. Με τον τρόπο αυτό, είναι σα να βγάζεις μια ακτινογραφία τη δομή του αστείου κι έπειτα να το ενσαρκώνεις με διαφορετικά στοιχεία, με αποτέλεσμα να δημιουργείς εκ νέου σαν Πλαστουργός ένα καινούργιο αστείο.

            Πιο συγκεκριμένα, θα αναφερθώ σε δύο αστεία του Αρκά. Και τα δύο βρίσκονται στις ιστορίες όπου πρωταγωνιστούν τα δύο σπουργίτια, ο πατέρας με το γιο.       Στο πρώτο, ο πατέρας πετάει πιο μπροστά από το γιο και κοιτώντας προς τα πίσω, τον συμβουλεύει να πετάει μπροστά του για να τον βλέπει. Το αποτέλεσμα είναι να στουκάρει σε μια κολώνα της ΔΕΗ. Ο γιος ξεστομίζει την παρακάτω ατάκα:

            «Πετάει καλύτερα, όποιος πετάει τελευταίος!».

Προφανώς είναι μια διασκευή της γνωστής φράσης: γελάει καλύτερα, όποιος γελάει τελευταίος.

            Στο επόμενο αστείο, ο γιος σατυρίζει τον πατέρα του με ένα ποίημα:

            «Σα βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη,

            είσαι τόσο ηλίθιος που θα πας στη Θράκη!».

Στην παραπάνω φράση ο Αρκάς διασκευάζει το γνωστό στίχο από το ποίημα «Ιθάκη» του Καβάφη, σατυρίζοντας με αυτόν τον τρόπο τη νοημοσύνη του πατέρα του.

Τα δύο επόμενα αστεία που θα παραθέσω είναι πάλι του Αρκά από την ίδια θεματολογία, δηλαδή με τα σπουργίτια. Στο πρώτο, ο γιος έχει αποφασίσει να βρει τη μητέρα του στην Αφρική και προσπαθεί να αποδημήσει. Για να το πετύχει αυτό, έχει ανέβει στην πλάτη ενός μεγάλου αποδημητικού πουλιού. Το μικρό σπουργίτι το ρωτάει:

«Γιατί πηγαίνετε νότια;»

«Γιατί είμαι αποδημητικό πουλί μικρέ και πρέπει να πάω νότια! Γιατί είμαι γενετικά προγραμματισμένος να ακολουθώ την αρχέγονη συνήθεια! Αυτή που ακολουθούν εκατομμύρια αποδημητικά πουλιά στον πλανήτη! Γιατί υπάρχει μέσα μου ένα ακατανίκητο ένστικτο που με αναγκάζει να ανταπροκριθώ στο πανίσχυρο κάλεσμα του νότου! Ένα κάλεσμα που κάθε τέτοια εποχή το νιώθω βαθιά στα κύτταρά μου! Γιατί μια υπέροχη παρόρμηση με παίρνει από τον βορρά και με οδηγεί στους ζεστούς ουρανούς! Γιατί μια μεγαλειώδης δύναμη μου το επιβάλλει! Γιατί εν τέλει η ίδια η μητέρα φύση με προστάζει να το κάνω! Εσύ γιατί πηγαίνεις;»

«Για δουλειές!», απαντά το μικρό σπουργίτι.

Στο δεύτερο αστείο, οι δύο πρωταγωνιστές, πατέρας και γιος παρακολουθούν τα αστέρια και μιλά πρώτος ο πατέρας:

«Κοίτα πόσο όμορφα φαίνονται τα αστέρια απόψε! Κάθε φορά που κοιτάζω τα αστέρια σκέπτομαι πόσο απελπιστικά μικροί και ασήμαντοι είμαστε μέσα στην ασύλληπτη απεραντοσύνη του σύμπαντος! Μετά όμως σκέπτομαι ότι είμαστε κι εμείς κομμάτια αυτού του σύμπαντος και τότε βλέπω κάτι από το μεγαλείο του απείρου να περνάει και σ’ εμάς. Βλέπω κάτι απ’ την αιωνιότητά του να μας αγγίζει! Δεν το βλέπεις κι εσύ αυτό;».

«Από ‘δω που κάθομαι, όχι!» απαντά ο μικρός!

Και στα δύο προαναφερθέντα αστεία η δομή είναι παρόμοια: ο ένας από τους δύο ομιλητές έχει μια συνειδητοποιημένη άποψη και την εκφράζει με επιχειρήματα, ενώ, αντιθέτως, ο δεύτερος απαντάει ξερά και χωρίς να έχει πολλή σημασία για ‘κείνον το θέμα κι αυτό είναι που φέρνει την ανατροπή, αλλά και την ομοιότητα στη δομή των αστείων.

Συνοψίζοντας, οι κυριότεροι τρόποι παραγωγής αστείων είναι η ανατροπή των δεδομένων, η χρησιμοποίηση της κυριολεκτικής, αλλά και συνάμα της μεταφορικής έννοιας μιας λέξης, ο υπερρεαλιστικός ή κατασκευαστικός τρόπος, καθώς και η διασκευή ενός γνωστού ρητού ή ενός άλλου αστείου. Δεν πρέπει να ξεχάσω να αναφέρω πως το χιούμορ πολλές φορές είναι αυθόρμητο είτε πρόκειται για προφορικό, είτε για γραπτό λόγο. Εν κατακλείδι, μπορώ να πω πως όταν γίνεται μια συντριπτική ανατροπή ή όταν μια εικόνα είναι τόσο γλαφυρή που δεν κρατιέσαι και θες να σκάσεις στα γέλια, τότε έχεις βρει το κλειδί για να κατασκευάσεις ένα αστείο!

 

Έπαινος στο Πανελλήνιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό της Π.Ε.Λ. του 2014

Γεράσιμος Μοσχόπουλος

Γράφτηκε στις 06/09/12  01:25πμ. στην Αθήνα  

Πίσω στην αρχή!

Πατήστε πάνω στο βελάκι!

 

«Η διασκευή και ο καταιγισμός ιδεών ως μέθοδοι κατασκευής μαντινάδων»

 «Άλλοι θωρούνε το γκρεμό και τους επιάνει ζάλη

κι άλλοι στην άκρα του γκρεμού χορεύουν Πεντοζάλι!»

 

Το παρακάτω κείμενο έχει σκοπό να ενδοσκοπήσει τη δημιουργία ενός σύντομου ποιήματος, όπως είναι η μαντινάδα. Πιο συγκεκριμένα, δεν θα προσπαθήσω μόνο με έμπνευση να χτίσω δυο στίχους με δεκαπεντασύλλαβο ιαμβικό μέτρο και ρυθμό, αλλά σύμφωνα με την πρώτη μέθοδο να διασκευάσω τη νοηματική δομή της μαντινάδας που έχω παραθέσει στην αρχή του κειμένου. Φυσικά, θα ακολουθήσουν και άλλα παραδείγματα του ίδιου τρόπου. Στη συνέχεια, θα ποιήσω μαντινάδες μέσω της μεθόδου του καταιγισμού ιδεών. Σε όλη την πορεία της κατασκευής των δίστιχων ποιημάτων θα «μπαίνω» στο ρόλο του πρωταγωνιστή της μαντινάδας ώστε να πυροδοτώ την έμπνευση μέσω της φαντασίας και συνεπώς να μην αφήνω στην τύχη την βοήθεια της έμπνευσης.

Πριν γίνει ανάλυση της συγκεκριμένης μαντινάδας, θα αναφερθώ συνοπτικά στους βασικούς κανόνες που διέπουν το δεκαπεντασύλλαβο ιαμβικό ρυθμό και μέτρο, καθώς με αυτούς τους κανόνες κατασκευάζονται οι μαντινάδες. Πιο συγκεκριμένα, λέγεται δεκαπεντασύλλαβο επειδή ο κάθε στίχος αποτελείται από δεκαπέντε συλλαβές. Επιπλέον, ο κάθε στίχος αποτελείται από δύο ημίστιχα. Το πρώτο ημίστιχο αποτελείται από 8 συλλαβές και το δεύτερο από 7, αφού η τομή πέφτει αμέσως μετά την 8η συλλαβή. Σε ό,τι αφορά στο ρυθμό μιας μαντινάδας: θα μπορούσε να φανταστεί κάποιος πως θέλει να χτίσει ένα σπίτι. Ποια είναι η μικρότερη δομική μονάδα για να το κάνει αυτό; Μα φυσικά το τούβλο! Στον ρυθμό η μικρότερη δομική μονάδα είναι ο πόδας και πιο συγκεκριμένα ο ιαμβικός πόδας αποτελείται από δύο συλλαβές: μια άτονη (υ) και μια τονισμένη (-). Συνολικά: (υ-). Συνεπώς, ο δεκαπεντασύλλαβος στίχος αποτελείται από 8 πόδες, δηλαδή στο σύνολο 8x2=16 συλλαβές, αλλά επειδή είναι πιο τεχνικό να είναι κολοβός ο στίχος, δηλαδή να του λείπει η τελευταία συλλαβή, γι’ αυτόν το λόγο οι συλλαβές είναι 15. Αν βάλουμε 7 πόδες και ένα κολοβό, θα παίρναμε τον παρακάτω στίχο:

υ-  υ-    υ-  υ-    υ-     υ-       υ -    υ

1,2,3,4,5,6,7,8,9,10,11,12,13,14,15

Γίνεται σαφές από τα παραπάνω ότι στον ιαμβικό ρυθμό τονίζονται οι ζυγές συλλαβές, αλλά επειδή είναι δύσκολο να χρησιμοποιήσουμε αποκλειστικά δισύλλαβες λέξεις, υπάρχει κι ένας άλλος κανόνας σύμφωνα με τον οποίο δεν είναι απαραίτητο να τονίζονται όλες οι ζυγές συλλαβές, αρκεί να μην ξεπερνιέται ο τονικός χαρακτήρας της ελληνικης γλώσσας. Έτσι, χαλαρώνει ο ρυθμός και μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε και λέξεις με περισσότερες συλλαβές από δύο. Με άλλα λόγια, είναι απαραίτητο να θυμόμαστε τα παρακάτω, όταν θέλουμε να κατασκευάσουμε μία μαντινάδα:

α) Χρειάζεται να τονίζονται οι ζυγές συλλαβές (2η,4η,6η...).

β) Δεν είναι απαραίτητο να τονίζονται όλες οι ζυγές συλλαβές, αρκεί να διατηρείται η κανονικότητα του τονισμού της γλώσσας μας.

γ) Το πρώτο ημίστιχο ολοκληρώνεται στην 8η συλλαβή κι έπειτα ξεκινά το 2ο ημίστιχο, το οποίο αποτελείται από 7 συλλαβές.

Οι προαναφερθέντες κανόνες είναι σύμφωνοι με τη Στιχουργική του Γεράσιμου Σπαταλά.

 

 

1η μέθοδος: Η διασκεύη ως μέθοδος κατασκευής μαντινάδας.

 

Ακολούθως, θα αναλυθεί η προαναφερθείσα μαντινάδα. Παρατηρούμε πως στη συγκεκριμένη μαντινάδα υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: α) εκείνοι που φοβούνται στη θέα του γκρεμού και β) εκείνοι που δεν τους καίγεται καρφί, αφού χορεύουνε Πεντοζάλι. Το σταθερό πλαίσιο αναφοράς είναι ο γκρεμός. Συνεπώς, χρειάζεται να φτιάξουμε δύο κατηγορίες ανθρώπων που θα συγκρίνονται μεταξύ τους κι αφενός οι μεν θα είναι φοβητσιάρηδες κι αφετέρου οι δε θα είναι ήρωες. Επίσης, είναι απαραίτητο ένα σταθερό πλαίσιο αναφοράς παρόμοιο με το γκρεμό, το οποίο μπορεί να είναι μια θεομηνία ή μια φυσική καταστροφή. Θα μπορούσαμε να επιλέξουμε σεισμό ή πλημμύρα ή οτιδήποτε άλλο καταστροφικό. Η δική μου επιλογή είναι η τρικυμία. Η επιλογή της λέξης έγινε γιατί αφενός μπορεί να χαρακτηριστεί ως το σταθερό πλαίσιο αναφοράς που θέλουμε κι αφετέρου επειδή ριμάρει με πολλές λέξεις.

Θα αφηγηθώ όλη την πορεία της δημιουργίας της διασκευασμένης μαντινάδας, αλλά με την ίδια κεντρική ιδέα με στόχο να ταξιδέψω τον αναγνώστη όπως ταξιδεύω κι εγώ όταν γράφω ένα ποίημα. Πιο αναλυτικά, σκεφτόμουνα τι παθαίνει κανείς όταν βρίσκεται σε μια τρικυμία και η απάντηση είναι-ειδικά αν είναι καπετάνιος της μπανιέρας όπως κι εγώ-πως τα χάνει. Έτσι σκέφτηκα το πρώτο ημίστιχο:

«Άλλος τα χάνει εντελώς...

   1    2   3   4     5   6  7

Το πρώτο ημίστιχο πρέπει να αποτελείται από 8 συλλαβές κι αυτό εδώ αποτελείται από 7, καθώς η δεύτερη συλλαβή του «χάνει» με την πρώτη του «εντελώς» ακούγονται σαν μία. Έτσι, προκύπτει το πρώτο πρόβλημα που πρέπει να λύσουμε. Αυτό δεν είναι δύσκολο, καθώς μπορούμε να το γυρίσουμε στον πληθυντικό κι οπότε να πάρουμε:

«Άλλοι τα χάνουνε εντελώς...

   1    2  3   4   5    6    7   8

Τώρα η τελευταία συλλαβή του «χάνουνε» με την πρώτη του «εντελώς» ακούγονται σαν μία κι έτσι δεν υπερβαίνουμε τις 8 συλλαβές, αλλά έχουμε ακριβώς τόσες. Στη συνέχεια είναι απαραίτητο να παραγάγουμε το δεύτερο ημίστιχο, το οποίο έχει ως γνωστόν 7 συλλαβές, αλλά δεν πρέπει να ξεχνάμε πως πρέπει να μιλήσουμε και για την «τρικυμία», η οποία αποτελείται από 4 συλλαβές. Το τελευταίο σημαίνει πως έχουμε στη διάθεσή μας 3 συλλαβές κι αυτές στην αρχή του δεύτερου ημίστιχου. Σχηματικά τα πράγματα είναι κάπως έτσι:

«Άλλοι τα χάνουνε εντελώς υ  –υ    τρικυμία...»

   1     2 3  4    5     6   7    8  9,10,11,12,13,14,15

Όπου «υ» άτονη συλλαβή και «-» τονισμένη συλλαβή. Με άλλα λόγια χρειαζόμαστε ένα άρθρο στην ένατη συλλαβή και μια δισύλλαβη παροξύτονη λέξη αμέσως μετά. Αντί για άρθρο μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε το μόριο της παρομοίωσης «σαν» και η δισύλλαβη λέξη να είναι το ρήμα «πιάσει», αφού η τρικυμία μπορεί να πιάσει ξαφνικά. Συνεπώς έχουμε γράψει τον πρώτο στιχο και είναι ο παρακάτω:

«Άλλοι τα χάνουνε εντελώς σαν πιάσει τρικυμία...».

Έχουμε πραγματοποίησει το πρώτο μέρος της νοηματικής δομής μέχρι τώρα, καθώς έχουμε μιλήσει για εκείνους που στη θέα της τρικυμίας δυσφορούνε και συνεπώς μένει να μιλήσουμε για τους ατρόμητους, για εκείνους που δεν χρειάζονται πάνες κατά τη διάρκεια μιας τρικυμίας. Πιο αναλυτικά, οι πρώτες δύο συλλαβές θα είναι «κι οι άλλοι..» ώστε να μείνουμε στο ίδιο μοτίβο της αρχικής μαντινάδας. Έπειτα, σκέφτηκα πως οι ατρόμητοι της παρέας θα πρέπει να κάνουν κάτι το πολύ συναρπαστικό για να αποδείξουν το πόσο ήρωες είναι. Τί πιο θαρραλέο από το κάνεις κουπί και να διανύεις μεγάλη απόσταση κατά τη διάρκεια της τρικυμίας, αλλά με μια δόση υπερβολής. Όλα τα παραπάνω τα βάζουμε σε έμμετρο στίχο ως εξής:

«Άλλοι τα χάνουνε εντελώς σαν πιάσει τρικυμία

  κι άλλοι βαράνε το κουπί και φτάνουν Ιταλία!».

 

Ολοκληρώσαμε την πρώτη προσπάθεια για την απόδοση μιας διασκευασμένης μαντινάδας με τέτοιο τρόπο που να μην μπορεί να καταλάβει ούτε αυτός που έγραψε την αρχική πως το σκεφτήκαμε από την δική του ιδέα. Ωστόσο, υποστηρίζω πως είναι μια διεκπεραιωτική προσπάθεια, καθώς η παραχθείσα μαντινάδα δεν είναι ούτε το προϊόν μιας μεγάλης φιλοσοφίας, αλλά ούτε βάζεις τα γέλια όταν την ακούς, καθώς αν τη συγκρίνουμε με την αρχική, βγαίνει υποδιαίστερη κατά την προσωπική μου άποψη. Η αρχική είναι πολύ χιουμοριστική καθώς ριμάρει με τις λέξεις «ζάλη-Πεντοζάλι». Συνεπώς θα κάνουμε και μια δεύτερη προσπάθεια με την προοπτική να την καλυτερέψουμε και να την κάνουμε πιο χιουμοριστική.

Αρχικά σκέφτομαι πως όταν κάποιος τα χάνει, τότε χτυπά με μανία το κεφάλι του στον τοίχο, ώστε να κατεβάσει ιδέες ή απλώς γιατί έχει απελπιστεί. Αν γράψουμε τον παρακάτω στίχο:

«Άλλος χτυπά το κεφάλι του...»

  1    2    3    4   5   6  7  8   9

προκύπτει το πρόβλημα πως υπερβαίνουμε τις 8 συλλαβές του πρώτου ημίστιχου. Γι’ αυτό αντί της λέξης «κεφάλι», μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τη συνώνυμη «γκλάβα», η οποία δίνει και μια σκαμπρόζικη χροιά και συνεπώς γράφουμε:

«Άλλος χτυπά τη γκλάβα του...»

Το επόμενο που έχουμε να κάνουμε είναι να παράξουμε το 2ο ημίστιχο, λαμβάνοντας υπόψιν μας πως έχουμε στη διάθεσή μας μόνο 3 συλλαβές, αφού η λέξη τρικυμία αποτελείται από τέσσερις! Όπως και πριν, χρειαζόμαστε μια δισύλλαβη παροξύτονη λέξη, κάτι που αν το ψάξετε σας εγγυώμαι πως θα το βρείτε εξαιρετικά δύσκολο. Ο τρόπος για να παρακάμψουμε αυτό το εμπόδιο είναι να χρησιμοποιήσουμε ένα συνώνυμο της τρικυμίας. Συνώνυμα της τρικυμίας είναι η θαλασσοταραχή και η φουρτούνα, αλλά επειδή η πρώτη λέξη είναι σιδηρόδρομος, αυτομάτως απορρίπτεται κι οπότε κρατάμε τη φουρτούνα που έχει μία συλλαβή λιγότερο από την τρικυμία. Συνεπώς ο στίχος μέχρι τώρα γράφεται:

«Άλλος χτυπά την γκλάβα του υ –υυ φουρτούνα...»

Με άλλα λόγια χρειαζόμαστε μια μονοσύλλαβη λέξη (υ) και μια τρισύλλαβη προπαροξύτονη (-υυ). Στο νου μου ήρθε πρώτα το επίθετο «άδικη», αλλά είναι μια λέξη που θυμίζει πως σε πνίγει το δίκιο σου και δε βγάζει γέλιο. Επίσης, η λέξη «άτιμη» αποφεύχθηκε για τον ίδιο λόγο. Χρειαζόμαστε μια λέξη σαν την «αναπάντεχη», αλλά φυσικά όχι με πέντε συλλαβές και πιο χιουμοριστική. Να έχει την έννοια της «ξαφνικής». Η λέξη «μπαμπέσα» μου αρέσει πολύ, αλλά δεν μπορώ να την επιλέξω, καθώς είναι παροξύτονη. Έπειτα, μου ήρθε η λέξη «μπάτσικη», η οποία προέρχεται από την λέξη μπάτσος. Αναρωτήθηκα αν μπορώ να την χρησιμοποιήσω και μετά από έρευνα στο λεξικό του Τεγόπουλου Φυτράκη είδα πως η λέξη μπάτσος προέρχεται από τον ήχο της μπάτσας. Συνεπώς μπορεί να ειπωθεί πως είναι σα να τον μπατσίζει η φουρτούνα και τελικώς επέλεξα αυτήν, οπότε ο πρώτος στίχος γράφτηκε ως εξής:

«Άλλος χτυπά τη γκλάβα του στην μπάτσικη φουρτούνα...»

Τώρα μένει ο δεύτερος στίχος. Παρατηρώ πως η λέξη «φουρτούνα» ομοιοκαταληκτεί με τη λέξη «Καραγκούνα», η οποία είναι ένας παραδοσιακός χορός και ταιριάζει με το ύφος της αρχικής μαντινάδας! Τί άλλο να κάνει ο απτόητος τύπος που δεν χαμπαριάζει από τη μανιώδη φουρτούνα από το να χορεύει χαλαρά με μπρίο την Καραγκούνα. Τα παραπάνω γράφονται σε έμμετρο στίχο με τον παρακάτω τρόπο:

«Άλλος χτυπά τη γκλάβα του στην μπάτσικη φουρτούνα

  κι άλλος χορεύει χαλαρά με μπρίο Καραγκούνα!».

Μπορούμε, αν θέλουμε να είμαστε απόλυτα συνεπείς με το ύφος της αρχικης μαντινάδας, να τη γράψουμε στον πληθυντικό:

«Άλλοι χτυπούν τη γκλάβα τους στην μπάτσικη φουρτούνα

  κι άλλοι χορεύουν χαλαρά με μπρίο Καραγκούνα!».

Συνεπώς, ο σκοπός επιτεύχθει, αφού φτιάξαμε μια μαντινάδα με την ίδια κεντρική ιδέα, αλλά διασκευασμένη με τέτοιο τρόπο που μοιάζει μόνο στη νοηματική δομή της!

 

Μέθοδος της διασκευής: 2ο παράδειγμα.

 

Ο τίτλος μπορεί να είναι παραπλανητικός, καθώς όταν υποστηρίζω πως θα γράψω μια μαντινάδα μέσω της διαδικασίας της διασκευής, δεν εννοώ κάποια διαδικασία που στερείται της έμπνευσης, αλλά αντιθέτως σε κάποια σημεία μπαίνουμε στο ρόλο του πρωταγωνιστή της μαντινάδας, ώστε να την βιώσουμε από την δική του σκοπιά και στο τέλος θα έχουμε καταφέρει να παράξουμε μια μαντινάδα. Ωστόσο, υποστηρίζω πως με συστηματική εργασία και λίγη φαντασία μπορεί ο καθένας μας να ποιήσει μία μαντινάδα. Οι πηγές της έμπνευσης μπορεί να είναι πολλές και διαφορετικές για τον καθένα, αλλά στην προκειμένη περίπτωση θα επικαλεστώ την επικαιρότητα και πιο συγκεκριμένα μια φωτογραφία που είδα δημοσιευμένη σε ένα κοινωνικό δίκτυο(facebook).

Πιο αναλυτικά, μιλούσε με δύο εικόνες μέσα σε μία με θέμα τις εκλογές. Είχε πρώτα τη φωτογραφία μιας γάτας τροποποιημένης με πρόγραμμα επεξεργασίας εικόνας (photoshop), όπου η γάτα είχε ένα λυπητερό ύφος και κοιτούσε προς τον θεατή της φωτογραφίας κι από κάτω ακριβώς έγραφε η λεζάντα: «Πριν τις εκλογές». Η διπλανή φωτογραφία, όπως ήδη θα υποψιάζεστε, είχε μια γάτα με μοχθηρό ύφος και η λεζάντα από κάτω έγραφε: «Μετά τις εκλογές». Συνεπώς, θέλουμε να γράψουμε μία μαντινάδα στην οποία θα μιλάμε για τους πολιτικούς τι κάνουνε στην προεκλογική εκστρατεία και τι κάνουνε αφού εκλεγούνε.

Η πρώτη μου σκέψη για το ά ημίστιχο ήταν η εξής:

            «Πάντα πριν απ’ τις εκλογές...»

Το κύριο μειονέκτημα αυτού του ημίστιχου είναι πως τονίζεται μόνο η 8η συλλαβή και συνεπώς ο ρυθμός είναι πολύ χαλαρός. Η πρώτη συλλαβή μας αφήνει αδιάφορους αν τονίζεται ή όχι. Μετά σκέφτηκα το παρακάτω ημίστιχο:

            «Κάθε που έρχονται εκλογές...»

Το τελευταίο ημίστιχο έχει το πλεονέκτημα πως τονίζεται και η 4η και η 8η συλλαβή. Έπειτα σκέφτηκα να συνεχίσω στο β΄ ημίστιχο με τον παρακάτω τρόπο:

            «Κάθε που έρχονται εκλογές κάνουν πως μας θυμούνται...»

Το βασικό μειονέκτημα μέχρι τώρα είναι ότι δεν έχω αναφέρει τους πολιτικούς και θα πρέπει να τους αναφέρω στο δεύτερο ημίστιχο, αλλά σε μια μαντινάδα κάνεις οικονομία λόγου, ώστε να έχει συμπυκνωμένο νόημα, οπότε αλλάζω το πρώτο ημίστιχο ως εξής:

            «Κάθε εκλογές οι Δήμαρχοι κάνουν πως μας θυμούνται...»

Τώρα σε ό,τι αφορά στο 2ο ημίστιχο δεν είναι πολύ εκφραστικό, δηλαδή δεν κάνει τη διαφορά, οπότε θα το αλλάξω με το παρακάτω:

            «Κάθε εκλογές οι Δήμαρχοι μοιράζουνε κεράσια...»

Σε αυτή τη φάση μπορούμε να ισχυριστούμε πως έχουμε ολοκληρώσει το πρώτο μέρος της μαντινάδας, αλλά και πάλι το «μοιράζουνε» είναι ανακριβές, αφού το «υπόσχονται» ταιριάζει καλύτερα, ενώ τα «κεράσια» ριμάρουν δύσκολα, οπότε αλλάζουμε και πάλι το 2ο ημίστιχο ως εξής:

            «Κάθε εκλογές οι Δήμαρχοι υπόσχονται καρότα...»

Τώρα, προετοιμαζόμαστε για το 2ο ημίστιχο. Θα μιλήσουμε για το τι δεν κάνουνε μετά τις εκλογές, όπως:

            «Κάθε εκλογές οι Δήμαρχοι υπόσχονται καρότα,

              θα έπρεπε να ξέραμε...»

Μετρικά το 1ο ημίστιχο του 2ου στίχου είναι σωστό, αλλά δεν λέει πολλά πράγματα, δηλαδή έχουμε απλώσει σε 8 πολύτιμες συλλαβές κάποιο νόημα που δεν είναι πολύ συνεκτικό. Μπορούμε αντί να γράψουμε τι κάνουν οι πολιτικοί μετά τις εκλογές, να γράψουμε τι να τους κάνουμε εμείς. Γνωρίζω ότι δεν μένω πιστός απολύτως στο αρχικό σχεδιάγραμμα, αλλά στην ποίηση διαδραματίζει βασικό ρόλο και ο αυθορμητισμός. Συνεπώς παίρνουμε:

            «Κάθε εκλογές οι Δήμαρχοι υπόσχονται καρότα,

              να τους πετάξουμε...»

Έγραψα το παραπάνω ημίστιχο έχοντας υπόψιν μου ότι η λέξη «καρότα» κάνει ομοιοκαταληξία με τις λέξεις «βαρελότα» ή «μπουρλότα», οι οποίες είναι συνώνυμες, αλλά διαφέρουν κατά μία συλλαβή, οπότε θα χρησιμοποιήσουμε όποια από τις δύο μας συμφέρει. Ωστόσο, ο προσεκτικός αναγνώστης μπορεί να παρατήρησε πως το παραπάνω ημίστιχο έχει 7 συλλαβές και τονίζεται μόνο η 5η. Επιπλέον, θα αλλάξω το «να» με το «ας», επειδή είναι πιο παρατρυντικό. Συνεπώς, παίρνουμε:

«Κάθε εκλογές οι Δήμαρχοι υπόσχονται καρότα,

              ας ρίξουμε στη μούρη τους...»

Πλέον, το 1ο ημίστιχο του 2ου στίχου τονίζεται στη 2η και στην 6η συλλαβή και επιπλέον δίνει το νόημα που θέλουμε για τη συνέχεια. Προετοιμάζουμε το έδαφος, δηλαδή, για τα «βαρελότα» ή τα «μπουρλότα». Θα μπορούσαμε να γράψουμε:

            «Κάθε εκλογές οι Δήμαρχοι υπόσχονται καρότα,

              ας ρίξουμε στη μούρη τους μονάχα βαρελότα».

Και πάλι δεν το θεωρώ τελειοποιημένο, καθώς η λέξη «μονάχα» δεν είναι τόσο εκφραστική με την έννοια ότι δε δίνει μια ξεχωριστή εικόνα. Αντιθέτως, η παρακάτω έκφραση πιστεύω εκφράζει την αγανάκτηση του έλληνα πολίτη:

             «Κάθε εκλογές οι Δήμαρχοι υπόσχονται καρότα,

              ας ρίξουμε στη μούρη τους με κέφι βαρελότα!».

Τι πιο συναρπαστικό και πιο ανατρεπτικό από έναν πολίτη που με κέφι και χαρά πετά ένα βαρελότο σε κάποιον πολιτικό που υπόσχεται λαγούς και πετραχήλια! Ο σκοπός επιτεύχθει για ακόμη μία φορά: φτιάξαμε μία μαντινάδα με συστηματική εργασία, έχοντας δεχθεί ως ερέθισμα μία εικόνα που σατυρίζει τους πολιτικούς διαχρονικά. Άλλωστε έμπνευση είναι η διεργασία κατά την οποία ο καλλιτέχνης με την ευρύτερη έννοια μετουσιώνει το ερέθισμα της επικαιρότητας ή της καθημερινότητας και συνθέτει ένα δημιούργημα.

2η Μέθοδος: Κατασκευή μαντινάδας μέσω της μεθόδου καταιγισμού ιδεών.

 

Αναμφισβήτητα, όλες οι μέθοδοι κατασκευής μαντινάδας προϋποθέτουν και κάποιο είδος έμπνευσης, αλλά υποστηρίζω ότι μπορεί ο ποιητής να γράψει και αναλύοντας ένα θέμα, χωρίς να περιμένει τις Μούσες Καλλιόπη ή Ερατώ να τον τροφοδοτήσουν με έμπνευση. Πιο συγκεκριμένα, θα επιλέξουμε ένα θέμα που είναι κατά προτίμηση διαχρονικό και θα μιλήσουμε γι’ αυτό, αναλύοντάς το, μέσω του έμμετρου λόγου και ταυτόχρονα προσπαθώντας να αξιοποιήσουμε σχεδόν οποιαδήποτε ιδέα μας έρχεται στο νου. Στη μέθοδο αυτή, δεν κατακρίνουμε ποτέ τις ιδέες που μας έρχονται αυθορμήτως και στην πορεία της καταγραφής τους, τις αναλύουμε και αξιοποιούμε αυτές που ταιριάζουν στο ύφος της μαντινάδας μας.

Το θέμα που θα γράψουμε είναι η ομορφιά και ο έρωτας. Δεν τα διαχωρίζω, καθώς μια γυναίκα που είναι πολύ όμορφη είναι εύκολο να την ερωτευτείς, αλλά και αντίστροφα όταν ερωτεύεσαι μια γυναίκα, η εξωτερική της εμφάνιση γίνεται πιο ελκυστική. Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για τα μάτια ή τα χείλη.

Ά τρόπος: Με ρίμα στα χείλη.

Η μαντινανάδα που θα κατασκευάσουμε θα ομοιοκαταληκτεί στη λέξη «χείλη» και αυτό θα το κάνουμε για να δώσουμε περισσότερη έμφαση κι εκφραστικότητα. Θα ξεκινήσω το πρώτο στίχο εκφράζοντας τη λαχτάρα μου για τα κόκκινα χείλη μιας γυναίκας ως εξής:

«Πόσο ποθώ τα κόκκινα και παθιασμένα χείλη...»

Ήμασταν τυχεροί και ο πρώτος στίχος βγήκε, χωρίς μεγάλη προσπάθεια. Τώρα, αφού ολοκληρώσαμε το 1ο στίχο, είναι απαραίτητο να σκεφτούμε με ποιες λέξεις ομοιοκαταληκτεί η λέξη «χείλη». Κάποιες που μπορώ να σκεφτώ είναι οι παρακάτω: «φίλοι», «σταφύλι», «θρύλοι», «ήλιοι».

Θα επιλέξω τη λέξη «σταφύλι», καθώς φαντασιώνομαι πως η συγκεκριμένη γυναίκα δαγκώνει από το στόμα μου το πράσινο σταφύλι:

«Πόσο ποθώ τα κόκκινα και παθιασμένα χείλη,       

  όταν δαγκώνουν απ’ το στόμα μου το πράσινο σταφύλι».

Αν παρατήρησε ο αναγνώστης, μετρώντας τις συλλαβές, θα κατάλαβε πως έχουμε υπερβεί τις 8 συλλαβές στο πρώτο ημίστιχο κατά 2. Με άλλα λόγια βάλαμε 10 συλλαβές στο 1ο ημίστιχο του 2ου στίχου. Επιπλέον, η λέξη πράσινο δημιουργεί κάτι που είναι προφανές, οπότε θα την αλλάξουμε κι αυτήν ως εξής:

«Πόσο ποθώ τα κόκκινα και παθιασμένα χείλη,

  που παίρνουν απ’ το στόμα μου το άφθονο σταφύλι».

Συνεπώς φτιάξαμε μια μαντινάδα μετρικά σωστή, αλλά ακόμα δεν είμαι ικανοποιημένος για δύο λόγους. Αφενός, το ρήμα «παίρνουν» δεν είναι τόσο λυρικό κι αφετέρου, το «άφθονο» δημιουργεί μια καλύτερη εικόνα από το «πράσινο», αλλά δεν αναφέρεται στη γυναίκα, που είναι άξια για τον έρωτά μας. Αναλογίζοντας τα παραπάνω, μετασχηματίζουμε τη μαντινάδα ως εξής:

«Πόσω ποθώ τα κόκκινα και παθιασμένα χείλη,

  που χάρισαν στο στόμα μου με χάρη το σταφύλι!».

Πλέον, είμαι ικανοποιημένος από το αποτέλεσμα, καθώς περιγράφει μια γυναίκα με κόκκινα χείλη, με πάθος και με χάρη. Επιπλέον, η ρίμα «χείλη-σταφύλι» δίνει περισσότερη έμφαση.

 

 ΄Β τρόπος: Χωρίς ρίμα στα χείλη.

Σε αυτόν τον τρόπο, θα χρησιμοποιήσουμε και πάλι τη λέξη «χείλη», αλλά δε θα ριμάρει σε αυτό το σημείο. Αυτή τη φορά θα φαντασιωθώ μια γυναίκα να με φιλά με πάθος και με λαγνεία, οπότε θα παράξω τον πρώτο στίχο:

«Σα με φιλούν τα χείλη σου με πάθος και λαγνεία...»

Αφού έχουμε ξεκινήσει με την πρόθεση «Σαν», δηλώνουμε πως γίνεται παράλληλα μια ταυτόχρονη διαδικασία. Μπορούμε να δηλώσουμε στο 2ο στίχο ότι η παράλληλη αυτή διαδικασία που γίνεται είναι η γέννηση του έρωτα, αφού μας φιλά μια γυναίκα. Συνεπώς, έχουμε:

«Σα με φιλούν τα χείλη σου με πάθος και λαγνεία,

  ο έρωτας γεννιέται...

Κατασκευάσαμε και το 1ο ημίστιχο του 2ου στίχου, αλλά έχει ένα μειονέκτημα: αποτελείται από 7 συλλαβές. Δε θα μπορούσε να είναι σωστό, καθώς το 1ο ημίστιχο απαιτεί στο τέλος του μια λέξη προπαροξύτονη ή μία λέξη οξύτονη, ώστε να τονίζεται η 6η ή η 8η συλλαβή, αντιστοίχως. Αφού έχουμε χρησιμοποιήσει ενεστώτα, θα έπρεπε να διατηρήσουμε τον ίδιο χρόνο και στο 2ο στίχο, καθώς οι διαδικασίες γίνονται παράλληλα, αλλά λόγω ποιητικής αδείας, μπορούμε να γράψουμε τα παρακάτω:

«Σα με φιλούν τα χείλη σου με πάθος και λαγνεία,

  ο έρωτας γεννήθηκε στου λίκνου τη μαγεία!».

Ο σκοπός επιτεύχθει, αφού ταξιδέψαμε τον αναγνώστη σε ένα μέρος ερωτικό και μαγικό!

 

΄Γ τρόπος: Με ρίμα στα μάτια.

Σε αυτήν την περίπτωση θα επιλέξουμε τη λέξη «μάτια» και θα ριμάρει εκεί η μαντινάδα. Ας έχουμε υπόψιν μας πώς η προαναφερθείσα λέξη ριμάρει με τις παρακάτω: «καράτια», «γινάτια», «παλάτια», «άτια». Αφού ολοκληρωθεί ο πρώτος στίχος, θα επιλέξουμε και τη 2η λέξη για να ποιήσουμε τη ρίμα μας. Η φαντασίωσή μου τώρα είναι να κοιτώ μια όμορφη γυναίκα στα μάτια της και να ταξιδεύω στους ουρανούς, δηλαδή να λέω τα παρακάτω:

«Θωρώντας μες στους ουρανούς βαθιά στα δυο σου μάτια...»

Είναι σαφές πιστεύω πως η λέξη ουρανός επιλέχθηκε για να υπονοήσει ότι η γυναίκα που κοιτάμε στα μάτια είναι γαλαζομάτα. Στη συνέχεια, θα μιλήσουμε για το τί βρίσκουμε μέσα στα δυο της μάτια:

«Θωρώντας μες στους ουρανούς βαθιά στα δυο σου μάτια,

  ανακαλύπτω ομορφιές...»

Σαν εικόνα το 1ο ημίστιχο του 2ου στίχου που μόλις παράξαμε είναι όμορφη, αλλά αποτελείται από 7 συλλαβές, καθώς η τελευταία συλλαβή του «ανακαλύπτω» γίνεται μία με την πρώτη από την έπομενη λέξη, τις «ομορφιές». Για να ξεπεράσουμε αυτό το εμπόδιο και για να είναι όσο το δυνατόν πιο άρτια η μαντινάδα μας, θα αλλάξουμε τις ομορφιές με τους θησαυρούς, έχοντας στο νου μας τη ρίμα με τα «καράτια», οπότε γράφουμε:

«Θωρώντας μες στους ουρανούς βαθιά στα δυο σου μάτια,

  ανακαλύπτω θησαυρούς...»

Τώρα μπορούμε να προσθέσουμε την παρακάτω έκφραση:

«Θωρώντας μες στους ουρανούς βαθιά στα δυο σου μάτια,

  ανακαλύπτω θησαυρούς π’ αξίζουν εκατό καράτια...»

Όμως, το 2ο ημίστιχο αποτελείται από 9 συλλαβές. Μια προσπάθεια για να ελλαττώσουμε τις συλλαβές θα ήταν να αλλάξουμε το «εκατό» με το «χίλια», αλλά και πάλι πέφτουμε στις 8 συλλαβές και συνεπώς δεν έχουμε το επιθυμητό αποτέλεσμα. Ένα αποτελεσματικός κι εκφραστικός τρόπος είναι ο παρακάτω:

 

 «Θωρώντας μες στους ουρανούς βαθιά στα δυο σου μάτια,

  ανακαλύπτω θησαυρούς με άπειρα καράτια!».

Ο σκοπός μας και πάλι επιτεύχθει, αφού ποιήσαμε μια μαντινάδα, αναλύοντας το θέμα του έρωτα και χρησιμοποιώντας τη φαντασία μας για να παίξουμε το ρόλο εκείνου που βιώνει τη μαντινάδα.

 

΄Δ τρόπος: Χωρίς ρίμα στα μάτια.

Σε αυτόν τον τρόπο, όπως ήδη θα καταλάβατε, θα χρησιμοποιήσουμε τα «μάτια», χωρίς όμως να ριμάρει σε εκείνο το σημείο η μαντινάδα. Πάλι κοιτώ μες στα μάτια μια γυναίκα και φαντασιώνομαι πως είναι μαυρομάτα και συνεπώς είναι σα να κοιτώ τον έναστρο ουρανό, οπότε γράφουμε:

«Θωρώντας τα δυο μάτια σου, λες και κοιτώ τ’ αστέρια...»

Ο στίχος που μόλις γράψαμε είναι σωστός ρυθμομετρικά, αλλά έχει μία ατέλεια: δημιουργεί άσχημη συνήζιση στο 2ο ημίστιχο. Με άλλα λόγια, τα δύο συνεχόμενα ‘κ’ στις λέξεις «και κοιτώ» ακούγονται άσχημα. Ο τρόπος για να το αποφύγουμε αυτό είναι απλός: αντιστρέφουμε το «θωρώντας» με το «κοιτώ», αφού είναι συνώνυμες λέξεις:

«Κοιτώντας τα δυο μάτια σου, λες και θωρώ τ’ αστέρια...»

Εφόσον, έχουμε χρησιμοποιήσει τη λέξη «αστέρια» για να τελειώσουμε τον πρώτο στίχο, καλό είναι τώρα να βρούμε με ποιες λέξεις ριμάρει, ώστε να προετοιμαστούμε για το 2ο ημίστιχο: εκείνες είναι οι παρακάτω: «καλοκαίρια», «χέρια», «μεσημέρια», «μαχαίρια».

Μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τη λέξη «καλοκαίρια» και τη λέξη «χέρια», ώστε να υπάρχει ομοιοκαταληξία και στην αρχή του 2ου στίχου, αλλά και στο τέλος του και με αυτόν τον τρόπο δίνουμε περισσότερη εκφραστικότητα. Μπορούμε και πάλι να μπούμε στο ρόλο και να φαντασιωθούμε πως, αφού την κοιτάξουμε στα μάτια, μας αγκαλιάζει. Συνεπώς, γράφουμε:

«Κοιτώντας τα δυο μάτια σου, λες και θωρώ τ’ αστέρια,

  σαν καλοκαίρια μ’ αγκαλιάσανε...»

Το τελευταίο ημίστιχο που κατασκευάσαμε δεν είναι καθόλου ικανοποιητικό, αφού αποτειλείται από 10 συλλαβές. Μπορούμε να εκφραστούμε και ως εξής, αφού τα χέρια μας αγκαλιάζουνε:

«Κοιτώντας τα δυο μάτια σου, λες και θωρώ τ’ αστέρια,

  σα χέρια μ’ αγκαλιάσανε, σαν ήπια καλοκαίρια!».

Συνεπώς, ποιήσαμε την προαναφερθείσα μαντινάδα με την μέθοδο του καταιγισμού ιδεών και με τη φαντασίωση, ώστε να μπαίνουμε στο ρόλο του πρωταγωνιστή της μαντινάδας κι εντέλει να τη γράφουμε!

Εν κατακλείδι, αναλυθήκανε εκτενώς οι δύο μέθοδοι: α) Της διασκευής και β) Καταιγισμού ιδεών ως τρόποι κατασκευής μαντινάδας. Αξίζει, όμως, να σημειωθεί πως τις περισσότερες φορές οι δημιουργοί γράφουν αυθόρμητα! Βέβαια, στην έμμετρη ποίηση, η επεξεργασία του πρώτου γραπτού είναι πάντα απαραίτητη.

 

Γεράσιμος Μοσχόπουλος

 

Γ’ βραβείο Δοκιμίου στον 15ο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό Εταιρίας Τεχνών, Επιστήμης και Πολιτισμού Κερατσινίου.

FOLLOW ME

  • Facebook Classic
  • Twitter Classic
  • c-youtube

© 2023 by Samanta Jonse. Proudly created with Wix.com