Διηγήματα: Φίλιππος Α. Φιλίππου

ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΓΕΝΕΘΛΙΑ

      Ξύπνησε και πάλι ιδρωμένος και φοβισμένος. Πάντα την ίδια ώρα το ίδιο πράγμα. Έτρεξε γρήγορα να ρίξει νερό στο πρόσωπο του για να ξυπνήσει από τον ύπνο μα και συνάμα από τον εφιάλτη που βίωνε εδώ και 15 τώρα χρόνια. Κοίταξε φοβισμένα τον εαυτό του στον καθρέφτη και τον φοβήθηκε και ο ίδιος. Η ανάσα του βαριά και δυνατή άρχισε να κρύβει το πρόσωπο του από το γυαλί όπως ακριβώς και ο ίδιος έκρυβε το πρόσωπό του τόσα χρόνια μα και το παρελθόν του, από τον ίδιο τον εαυτό του και τη ζωή του. Έτρεξε γρήγορα και βιαστικά να βρει την ουσία για να μπορέσει να ξεφύγει από την πραγματική ουσία της ζωής. Τα χέρια του τρέμανε, τα μάτια του είχαν γίνει κόκκινα το μυαλό του ήταν θολωμένο, οι κτύποι της καρδίας του ήταν συνεχείς και δυνατοί! Τίποτε δεν επιζητούσε περισσότερο αυτή την στιγμή από αυτή την ίδια ουσία.

     Όλα άρχισαν από το μακρινό παρελθόν του από την εφηβεία για την ακρίβεια, και έφταναν μέχρι το σήμερα. Στην αρχή ήταν ο νεανικός αυθορμητισμός ο πειραματισμός ήταν η κοινωνική χρήση, που στην πορεία είχε μεταλλαχτεί σε κατάχρηση και τέλος έφτασε στην λέξη εθισμός και εξάρτηση.

    «Πάντα η αρχή νομίζεις ότι είναι εύκολη, σε κάνει να νιώθεις ωραία» του είπε ο Αντρέας όταν δοκίμασε να θέσει τέρμα στην εξάρτηση που τον ταλαιπωρούσε παρακολουθώντας με δισταγμό και κάπως απρόθυμα ένα εξωτερικό πρόγραμμα ανώνυμων σε ομαδικό επίπεδο. «Θα τα καταφέρω» του απάντησε σχεδόν νωχελικά και επιπόλαια! «Μην λες μεγάλα λόγια» του απάντησε ο κυρ Γιώργος όπως τον αποκαλούσε η υπόλοιπη ομάδα λόγω της ηλικίας του άλλα και του σεβασμού που νιώθανε προς το πρόσωπο του (εκτός από το γεγονός ότι ήταν ηλικιακά ο μεγαλύτερος ήταν και το άτομο με το μεγαλύτερο χρόνο παρακολούθησης του προγράμματος). Έμεινε να τον κοιτάζει περίεργα και θυμωμένα. «Πρώτα πρέπει να νικήσεις τον εαυτό σου και να κτίζεις το κάθε σου βήμα μέρα με την μέρα» τον προσγείωσε ίσως ανώμαλα με δεικτικό ύφος ο Μιχάλης, ο σοφός της ομάδας, κάτοχος δυο πτυχίων και ενός μεταπτυχιακού. «Το πρόβλημά μας δεν κάνει διακρίσεις ούτε σε ηλικία ούτε σε θρησκεία ούτε σε φύλο μα ούτε σε μορφωτικό επίπεδο» του υπέδειξε η Μαρία. Μάταια όμως! Τίποτε από όλα αυτά δεν κράτησε! Καλύτερα δεν προσπάθησε να το κρατήσει! Μόνο θυμό και οργή ένιωσε με τις συμβουλές και νουθεσίες που άκουγε από άτομα με το ίδιο πρόβλημα όπως και αυτόν.

     Κρατήθηκε καθαρός και μακριά από την εξάρτηση του για ένα ολόκληρο μήνα. Ένας μήνας του φάνηκε αιώνας. Ένιωθε ότι κάτι του έλειπε! «Ένιωθα δυστυχισμένος» ανέφερε χρόνια αργότερα. Το βράδυ εκείνο προτίμησε αντί να βγει με την κοπέλα του σε κάποια κοινωνική υποχρέωση που είχαν, να προφασιστεί ότι δεν ένιωθε καλά έτσι ώστε να μείνει μόνος στο σπίτι με αυτό που ίσως αγαπούσε περισσότερο και από την ίδια του την ζωή την εξάρτηση του το πάθος του! Ούτε που θυμάται τη συνέχεια της βραδιάς. Ξύπνησε περιτριγυρισμένος από την ουσία του, ζαλισμένος και με πονοκέφαλο! Ούτε ακόμη και σήμερα γνωρίζει πως τα κατάφερε και σύρθηκε μέχρι το μπάνιο. Τον εαυτό του στο καθρέφτη ούτε που τόλμησε να αντικρίσει, ούτε και το κορίτσι του που με αγωνία και φόβο έτρεξε να δει τη συμβαίνει αφού δεν έδινε σημεία ζωής και ανταποκρίσεις στα καλέσματα της. Η συνέχεια γνωστή για τον ίδιο! Στο ερώτημα «Η εμένα ή την εξάρτηση» πάντα νικούσε η εξάρτηση όπως είχε νικήσει και τον ίδιο. Πάντα μόνος συντροφιά μαζί της μα και συνάμα μόνος και ξεκομμένος από όλους τους άλλους.

    Λίγους μήνες αργότερα προσπαθεί ξανά «δεν είναι ότι το θέλω πραγματικά αλλά το έμαθε και ο εργοδότης μου και με πιέζει» εξομολογείται ένα βράδυ που βρισκόταν σε χρήση σε ένα άγνωστο που βρέθηκαν να κάνουν τυχαία χρήση στο ίδιο τραπέζι. «Δεν βαριέσαι μια μέρα θα τα καταφέρουμε» του πρόσθεσε περιτριγυρισμένος από την εξάρτηση του. Οι ψεύτικες υποσχέσεις δεν έπιασαν τόπο ούτε στον εαυτό του πόσο μάλλον στον εργοδότη του! Την πρώτη φόρα ήταν μια παρατήρηση, την δεύτερη φόρα όταν η ζημία ήταν μεγαλύτερη έγινε οργή και αυστηρή επίπληξη ενώ λίγες μέρες αργότερα όταν ο εργοδότης πήγε να πιεί νερό από το παγούρι του μόλις το έβαλε στο στόμα του το έφτυσε με μιας αφού αντί για νερό περιείχε την εξάρτηση του. «Μόνο ο Χριστός και εγώ ζητήσαμε νερό και αντί αυτού γευτήκαμε ξίδι και αλκοόλ» ήταν τα καυστικά αλλά και τα τελευταία του λόγια. Αποτέλεσμα πήρε τα παπούτσια του στο χέρι! Τα παπούτσια του στο χέρι του τα είχαν δώσει προηγούμενος και οι πρώτοι παιδικοί του φίλοι μη μπορώντας να τον αντέξουν και να τον συνεφέρουν. Όσο για τις σχέσεις του η μια διαλυόταν μετά την άλλη! Πάντα στο τέλος έμενε μόνος με συντροφιά μια μπουκάλα άλλοτε ούζου και άλλοτε κρασιού ή οποιοδήποτε άλλο μπουκάλι μπορούσε να του προσφέρει αυτός ο ψεύτικος κόσμος στον οποίο επέλεξε να ζήσει. Η μητέρα του μη μπορώντας και μη αντέχοντας να τον βλέπει άλλο μέρα με την μέρα να σβήνει και να χάνεται προτίμησε να σβήσει και να χαθεί αύτη από την ζωή της ελπίζοντας ότι αυτό ίσως να συνέφερνε το γιό της.

    Μόνος πια χωρίς φίλους, δουλειά, συντροφιά μα και χωρίς την οικογένεια του αφού από χρόνια όλα αυτά είχαν αντικατασταθεί με το αλκοόλ και βλέποντας τον εαυτό του τώρα να νοσηλεύεται σε ένα κρεβάτι ενός νοσοκομείου με σωρεία παθολογικών προβλημάτων τα οποία προέχοντας από το αλκοόλ και περνώντας σαν κινηματογραφική ταινία από το μυαλό του όλη του η ζωή πήρε την μεγάλη απόφαση για αλλαγή για αλλαγή τρόπου σκέψης και ζωής.

 

     Εντάχτηκε σε εσωτερικό πρόγραμμα νοσηλείας αποτοξίνωσης και απεξάρτησης το οποίο τέλειωσε με επιτυχία! Στην συνέχεια συνέχισε σε εξωτερική βάση, σε ατομικές και ομαδικές συναντήσεις. Άλλαξε στέκια και «φίλους» που ήταν συνδεδεμένα με την ουσία! Άλλαξε και γειτονία καθώς και αριθμό κινητού.

     Τώρα ζούσε μια άλλη ζωή μια καθαρή ζωή μακριά από τις ουσίες. Φίλοι του είχαν γίνει οι συνθεραπευόμενοι του! Δεύτερη του οικογένεια οι θεραπευτές του και το σπίτι του ο χώρος της μονάδας.

     Άρχισε να ψάχνει για δουλειά την οποία με δυσκολία βρήκε αλλά την κράτησε γερά. Μετέπειτα γνώρισε στην καινούργια του ζωή την Ζωή με την οποία δημιούργησε σχέση. Η Ζωή τον άκουσε και τον αγκάλιασε στοργικά τον αποδέχτηκε και τον στήριξε. Η επιβράβευση αύτη ήρθε να σφραγιστεί και με την δυο μηνών κόρη του την Αριάδνη αυτός συνειδητά επέλεξε το συγκεκριμένο όνομα επ’ αφορμή του μίτου της Αριάδνης «είναι αυτός που αναζητούμε προκειμένου να ανακαλύψουμε την διαδρομή μας μέσα στους δικούς μας λαβύρινθους, για να βγούμε από τους δαίδαλους της ακατανοησίας και της άγνοιας που κουβαλούμε μέσα μας» της πρόσθεσε με βουρκωμένα μάτια ενώ η Ζώη του τον αγκάλιασε στοργικά κουνώντας καταφατικά το κεφάλι της.

      «Ο αγώνας είναι συνεχής, αγώνας μιας ζωής! Οι εφιάλτες και τα όνειρα θα σου το υπενθυμίζουν δυστυχώς συνεχώς αυτό, αλλά η πραγματικότητα που ζεις είναι αυτή που έχει σημασία» του είπε με δεικτικό ύφος κτυπώντας τον απαλά στον ώμο ο σύμβουλος και καθοδηγητής του.

     Σήμερα είναι Τετάρτη απόγευμα! Σήμερα όπως και κάθε Τετάρτη έχει κάνει το μπάνιο του έχει ντυθεί και το σημαντικό μπορεί να αντικρίζει το πρόσωπο του στο καθρέφτη και να χαμογελά περιμένοντας με αγωνία την ώρα και την στιγμή που θα πάει στο δεύτερο του σπίτι που θα συναντήσει τους φίλους του και την οικογένεια του για την καθιερωμένη ομάδα, τη δική του ομάδα, την ομάδα της επανένταξης! Γιατί έτσι έχει γίνει όπως το λέει και η λέξη επανένταξη! Η ομάδα της επανένταξης ή καλύτερα της ομαλής επιστροφής σε μια φυσιολογική ζωή με δραστηριότητες, δουλειά χόμπι καινούργιους φίλους.

      Έχουν καθίσει όλοι σε ένα κύκλο σύμβολο της λειτουργίας τους ως ισότιμα μέλη στην κοινωνία. «Είμαι ο Κώστας 35 χρονών πρώην χρηστής αλκοόλ! Είμαι καθαρός 1 χρόνο και 1 μέρα» λέει με χαρά και το πρόσωπο του λάμπει καλυπτόμενο πίσω από ένα πλατύ χαμόγελο ενώ ο συντονιστής της ομάδας χαμογελά με ικανοποίηση κουνώντας αργά το κεφάλι του οι υπόλοιποι συνθεραπευόμενοι του τον χειροκροτούν και του εύχονται τα καλύτερα! Την ίδια στιγμή κτυπάει η πόρτα της αίθουσας συνεδριάσεων! Ο Κώστας ξαφνιάζεται! Δεν θυμάται να έχει ξαναγίνει αυτό! Ο συντονιστής κάνει σήμα να περάσει μέσα η φιγούρα που σχηματίζεται πίσω από την κλειστή πόρτα. Η πόρτα ανοίγει! Είναι η Ζωή η δική του Ζωή κρατώντας μια τούρτα με ένα κεράκι αναμμένο. Όλοι είναι όρθιοι και χειροκροτούν . «Να ζήσεις αγάπη μου» του ψελλίζει με συγκίνηση και τον φιλά στοργικά στο μάγουλο! «Είναι τα πρώτα σου στεγνά γενέθλια μακριά από ουσίες» του λέει ο συντονιστής του δίνοντας του το χέρι και αγκαλιάζοντας τον ενώ η υπόλοιποι συνθεραπευόμενοι του για την ακρίβεια η καινούργια του οικογένεια περνά από μπροστά του για να του ευχηθεί! Στο πλευρό του σε αυτήν την καινούργια του ζωή έχει ότι επιζητούσε στην ζωή του.

     Ο ίδιος λάμπει! Χαίρεται πραγματικά! Είναι όντως τα πρώτα του γενέθλια σίγουρα όχι με την βιολογική τους έννοια αλλά με μια πιο βαθιάκαι ψυχολογική έννοια. Και πραγματικά πιστέψετε το είναι ίσως τα σημαντικότερα του γενέθλια. Σβήνοντας το κεράκι με δάκρια στα μάτια υπόσχεται ότι παρόλο που πλέον είναι σε θέση να γνωρίζει ότι ο αγώνας είναι μεγάλος και συνεχής έχει θέσει ως στόχο να υπάρξουν και άλλα γενέθλια τόσο για τον ίδιο όσο και για την υπόλοιπη ομάδα. «Σαν σήμερα πριν από ένα χρόνο ξαναγεννήθηκα και χάρη σε όλους εσάς έμαθα να οργανώνω την προσωπική και κοινωνική μου ζωή σε νέες βάσεις δημιουργώντας στόχους και υποστηρικτικές σχέσεις ενώ μπορώ να ζω και να ονειρεύομαι ξανά! Σας ευχαριστώ μέσα από την καρδιά μου» τους προσθέτει με τρεμάμενη φωνή και ένας κόμπος σαν θηλιά πνίγει τη φωνή του είναι ίσως ο ίδιος κόμπος που σαν θηλιά κάποτε προσπάθησε να πνίξει και τον ίδιο μέσα από τον εθισμό και την εξάρτηση του! Όσα δεν τόλμησε ποτέ να αγγίξει, να δει και να πει τα λέει τώρα και τα μοιράζεται με την δική του πια οικογένεια και νιώθει σαν να έχει ξαναγεννηθεί!

 

-ΤΕΛΟΣ-

Καινούργιο διήγημα!

Πατήστε πάνω στο βελάκι!

ΤΟ ΠΛΟΙΟ ΤΟΥ ΣΩΚΡΑΤΗ

   Φανταζόταν ότι πετούσε οδηγώντας ένα κίτρινο πλοίο. Το κορμί του έτρεμε! Πετάχτηκε γρήγορα κάτω από το κρεβάτι. Η ανάσα του ήταν βαριά και δύσκολη. Με το χέρι του προσπάθησε να ανοίξει το παράθυρο που βρισκόταν πίσω του για να διαπιστώσει αν αυτό που μόλις είχε φανταστεί ήταν αληθινό ή για μια ακόμη φόρα ήταν το συγκεκριμένο όνειρο που τον συντρόφευε κάθε βράδυ, ένα ανεκπλήρωτο όνειρο που κατάντησε έμμονη ιδέα και τον κυνηγούσε βασανιστικά από την παιδική του ηλικία και σαν εφιάλτης εμφανιζόταν κάθε βράδυ στον ύπνο του. Το μόνο που μπόρεσε να διακρίνει έξω από το παράθυρο ήταν τα άστρα να του χαμογελούν συνωμοτικά λες και  συνηγορούσαν  σε ότι αυτός ένιωθε. Αισθανόταν ότι πνιγόταν! Ο αέρας του τελείωνε, πάντα την ίδια ώρα στο ίδιο σημείο.

    Σιγά-σιγά άρχισε να νιώθει καλύτερα. Είχαν είδη περάσει τα πρώτα 15 δύσκολα λεπτά. Η ανάσα δεν ήταν πλέον βαριά! Το κορμί του δεχόταν και μπορούσε να εκτελεί οδηγίες που του έστελλε το μυαλό του, όσο μυαλό δηλαδή του είχε απομείνει!

    Μικρός έκανε όνειρα! Μπορούσε να σκέφτεται! Αγαπούσε τη ζωή μα πιότερο αγαπούσε τον εαυτό του. Φανταζόταν τον εαυτό του σαν ένα άλλο Ελ Γκρέκο ένα άλλο Βαν Γκογκ. Τίποτα δεν φάνταζε ότι  μπορούσε να του στερήσει τα όνειρα του! Τίποτα! Τουλάχιστον έτσι πίστευε. Με αυτά τα όνειρα είχε γεμίσει πριν από αρκετά χρόνια τις αποσκευές του φεύγοντας για το εξωτερικό, στην καλύτερη σχολή καλών τεχνών για να ζήσει, να γευτεί, να ζωγραφίσει για την ακρίβεια τα όνειρο του.

   Ώσπου μια μέρα τα πινέλα μαράθηκαν! Σταμάτησαν να περιλούζουν με χρώματα τόσο τους πίνακες του όσο και την ζωή του. Είχαν αντικατασταθεί με ένα πελώριο μαύρο χρώμα. Όλα έγιναν τόσο ξαφνικά και βιαστικά που κανείς δεν καταλάβει τι είχε συμβεί, πόσο μάλλον ο ίδιος.

   Όλοι μιλούσαν για ένα μεγάλο και φωτεινό άστρο που θα μπορούσε να φωτίσει και να κοσμήσει  τον ουρανό των τεχνών. Όμως ξαφνικά ένα πρωί έσβησε..  Εξαφανίστηκε πέφτοντας από τον ουρανό. Χάθηκε όπως και η ίδια του η ζωή! Παλέτες, χρώματα, πινέλα και καμβάδες αντικαταστάθηκαν με τις λέξεις σχιζοφρένια, ψύχωση, αντιψυχωσικά φάρμακα, ηλεκτροσόκ. Ακριβώς τέτοιο μεγάλο ήταν το σοκ που υπέστη ο Σωκράτης. Έτσι αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τα φώτα της μεγαλούπολης και να επιστρέψει πίσω στο μικρό και ασήμαντο χωριουδάκι του.

   Έκτοτε είχε κλείσει τον εαυτό του σε τέσσερις τοίχους με μόνη συντροφιά τα διάφορα ψυχοφάρμακα από την μια, και τα υλικά ζωγραφικής από την άλλη, ξεχασμένα ίσως από μια άλλη εποχή. Όλο αυτό το μουντό σκηνικό, το διατάρασσε το άπλετο φως που επίμονα διαπερνούσε κάθε πρωί το παράθυρο του και που οι ακτίνες του σαν ηλεκτροσόκ διαπερνούσαν το κορμί του. Ήταν άλλωστε εκείνη την στιγμή που κάθε πρωί για 15 λεπτά, όσο δηλαδή διαρκούσε το φως στο σκοτεινό του δωμάτιο, έπαιρνε την παλέτα και ζωγράφισε στο καμβά του βάζοντας χρώματα και τραβώντας γραμμές που άλλοτε ανέβαιναν και άλλοτε κατέβαιναν. Ζωγράφισε τα παιδικά του ανεκπλήρωτα όνειρα! Όνειρα, και όχι μόνο! Ότι δεν μπορεί να δει και να πιστέψει ο ανθρώπινος νους αλλά η φαντασία του μπορούσε να το πετύχει ή καλύτερα το μυαλό ενός ψυχικά ασθενή, σχιζοφρενή, στο οποίο δεν είχαν σημασία τα χρώματα, το πραγματικό ή φανταστικό. Κάθε πρωί περίμενε αυτά τα 15 λεπτά για να μπορέσει να αρχίσει να ζει,  να ζωγραφίζει όλα αυτά που σκεφτόταν με το μυαλό του.. το «άρρωστο μυαλό του» όπως του είχαν πει και συνέχιζαν να του λένε οι ειδικοί. Αφού δεν θα μπορούσε να τους πείσει ότι μπορεί να πετάξει μια κρύα και βροχερή νύκτα του χειμώνα όχι με αεροπλάνο όπως θα ανέμενε ο κάθε «λογικός» άνθρωπος αλλά με ένα ιπτάμενο πλοίο, γιατί το πιο πιθανό ήταν ότι είτε θα αυξάνονταν οι δόσεις των ψυχοτρόπων φαρμάκων είτε θα κατέληγε ξανά πειραματόζωο στα χέρια κάποιων «ειδικών» σε ψυχιατρικά ιδρύματα, αποφάσισε να το ζωγραφίσει. Μάλιστα, κόντρα στην λογική, το πλοίο που θα τον ταξίδευε θα ήταν φανταχτερό για να μπορούν να το βλέπουν όλοι, για να τον πιστέψουν έστω για μια φορά! Έτσι το πλοίο το έκανε κίτρινο. Ίσως και να ήθελε με αυτό το φανταχτερό κίτρινο πλοίο να φύγει, να πετάξει μακριά σε άλλα μέρη σε άλλο κόσμο όπου δεν θα υπάρχουν τα πρέπει και τα μη, να μπορεί να ζει αυτά που ο ίδιος από παιδί ονειρευόταν.

   Έτσι και έγινε! Ένα πρωί πέταξε με αυτό το πλοίο πολύ μακριά φεύγοντας για ένα άλλο κόσμο! Στο μικρό ξύλινο κομοδίνο του υπήρχαν σκορπισμένα ψυχοτρόπα φάρμακα όλων των χρωμάτων ενώ απέναντι βρίσκονταν διαφόρων χρωμάτων μπογιές και ένας πίνακας με  το ιπτάμενο κίτρινο πλοίο του, το οποίο φρόντισε περίτεχνα να περιλούσει με υγρές άχρωμες σταγόνες κάνοντας το να φαντάζει πιο αληθινό.

   Σήμερα οι «ειδικοί» που προσπαθούν να αναλύσουν και να ερμηνεύσουν τον πίνακα του με το κίτρινο ιπτάμενο πλοίο λένε ότι ίσως να είναι τα συναισθήματα του, ίσως να είναι μέσα από ένα παράθυρο όπου έξω υπήρχε βροχή. Κάποιοι λένε ότι είναι τα ίδια τα δάκρυα του  πόνου του, που περίτεχνα έχει ζωγραφίσει πάνω στον καμβά. Κάτω από τον πίνακα, που βρίσκεται εκτεθειμένος σε ένα από τα μεγαλύτερα  μουσεία του κόσμου όπου χιλιάδες κόσμος.. «λογικός κόσμος» στέκεται με τις ώρες σε ουρές περιμένοντας με υπομονή να τον θαυμάσει και να φωτογραφηθεί μαζί του, αναγράφεται το όνομα του.

   Οι ειδικοί τέχνης μιλάνε για ένα ζωγράφο σύγχρονο φαινόμενο, που πέρασε τον τελευταίο αιώνα και τολμούν να τον συγκρίνουν με τον Ελ Γκρέκο τον Βαν Γκογκ  και άλλους. Όλοι τους όμως αποφεύγουν επιμελώς να αγγίξουν την ζωή  του ζωγράφου, φοβούμενοι να αναφέρουν τη λέξη «σχιζοφρενής», την οποία έχουν  περίτεχνα αντικαταστήσει με τον όρο «ιδιόμορφος ζωγράφος».

   Όπως κάθε μέρα, έτσι και σήμερα ο Σωκράτης έχει πάρει το ιπτάμενο του κίτρινο πλοίο και κόβει βόλτες στην πόλη, βλέποντας από ψηλά τον κόσμο έξω στο μουσείο, που με αγωνία περιμένει να δει και να φωτογραφηθεί με τον πίνακα του και χαμογελά άλλοτε από χαρά και άλλοτε από ειρωνεία. Μένει όμως πάντα ψηλά! Δεν κατεβαίνει κοντά τους, γιατί δεν είναι ο ίδιος με τους άλλους.. Είναι διαφορετικός είναι δυστυχώς ένας σχιζοφρενής ζωγράφος!!!

                                                                                                                                                                    

 

ΤΕΛΟΣ

Πάτηστε πάνω στο βελάκι

για να γυρίσετε στην αρχή!

 

Ο ΦΩΤΟΓΡΑΦΟΣ

       Από το πρωί ένιωθε έντονη δυσφορία. Το βράδυ δεν είχε κοιμηθεί σχεδόν καθόλου, στο μυαλό του στριφογύριζαν διαρκώς αναπάντητα ερωτήματα του παρελθόντος. Όσο προχωρούσε η ώρα και η μέρα η δυσφορία γινόταν εντονότερη.

       «Δύσκολη η σημερινή μέρα» ψέλλισε κοιτώντας τον εαυτό του στο καθρέφτη. Πράγματι η σημερινή μέρα δεν ήταν μια τυχαία μέρα, ήταν σημαδιακή μέρα για τον ίδιο. Σαν σήμερα πριν από 20 χρόνια παντρεύτηκε την εκλεκτή της ζωής του αν και με περιπετειώδη τρόπο εντούτοις η αγάπη ήταν τόσο μεγάλη που τίποτε δεν θα μπορούσε να σταθεί εμπόδιο στα όνειρα τους. Τα πρώτα χρόνια πέρασαν αρκετά καλά μόνο ευχάριστες αναμνήσεις είχε να θυμάται με αποκορύφωμά τη γέννηση της μονάκριβής του κόρης. Στην πορεία θέλεις λίγο η ρουτίνα θέλεις άλλοι τρίτοι παράγοντες άρχισε να χάνεται η ισορροπία η χημεία και αντικαταστάθηκαν με την ανoία και βαρεμάρα, ώσπου λίγο αργότερα οδηγήθηκε στο χωρισμό.

      Πήγε και κάθισε στο τραπέζι. Πήρε και αρκετά φωτογραφικά άλμπουμ έβγαλε από μέσα αρκετές φωτογραφίες τις οποίες σκόρπισε κάπως άτσαλά στο τραπέζι. Τις φωτογραφίες τις αγαπούσε πάντοτε, από τα νιάτα του είχε επιδοθεί στην φωτογραφική τέχνη από χόμπι στην αρχή αλλά στην πορεία τον κέρδιζε όλο και περισσότερο. Διακρίσεις και βραβεία ερχόντουσαν το ένα μετά το άλλο η κοινωνική αναγνώριση που άρχισε να απολαμβάνει από τους καλλιτεχνικούς κύκλους και όχι μόνο, ολοένα και μεγάλωνε. Οι διακρίσεις ξέφυγαν από τα σύνορα της χώρας και έφτασαν σε παγκόσμιο επίπεδο με παγκόσμια βραβεία. Έτσι ήταν! Μπορεί στο χώρο της τέχνης να τον είχε γοητεύσει η φωτογραφία αλλά στον επαγγελματικό μέρος τον είχε κερδίσει η αγάπη για τον συνάνθρωπο του και ιδιαίτερα για τον αδύναμο και απροστάτευτο συνάνθρωπο του για αυτό συνειδητά επέλεξε το επάγγελμα του νοσηλευτή ψυχικής υγείας «φοβερός συνδυασμός» του είχε πει γνωρίζοντας τον πριν από 22 χρόνια η Μαρία η μετέπειτα σύζυγος του. Η φωτογραφία και η προσφορά στον συνάνθρωπο τόσο διαφορετικά πράγματα αλλά με τόσα κοινά  στην πορεία. Εξάλλου δεν ήταν τυχαίο το ότι κατάφερε να συνυπάρξει και τις δυο του αγάπες ταυτόχρονα. Πρωτοστάτησε και πέτυχε να κάνει ομάδα φωτογραφίας στο χώρο εργασίας του με μαθητές τους ίδιους τους θεραπευομένους του έτσι μπόρεσε να τους διδάξει την τέχνη της φωτογραφίας και παράλληλα να τους μάθει να αγαπούν και να αποδέχονται το εαυτό τους να προσφέρουν στην κοινωνία μέσο δεξιοτήτων και ικανοτήτων μιας εναλλακτικής δραστηριότητας ευχάριστης και δημιουργικής.

      Η ίδια η φωτογραφική τέχνη που τόσο πολύ αγάπησε σε βαθμό που την μετέφερε και στο επαγγελματικό του χώρο ήταν αυτή που του έδωσε την χαριστική βολή. Με ένα «κλικ» πέρασε και κατέστρεψε όλη του τη ζωή διαγράφοντας τα πάντα, γιατί ακριβώς έτσι είχε γίνει! Σε κάποια στιγμή αδυναμίας όπου οι ισορροπίες στο σπίτι ήταν αρκετά λεπτές με καυγάδες, φωνές για ασήμαντα πράγματα ο ίδιος βρέθηκε ευάλωτος και «εύκολο θήραμα» σε μια όχι άγνωστη γυναίκα για τον ίδιο η οποία εκμεταλλεύτηκε την αδύναμη στιγμή του και κατέληξε να έχει ένα « επιπόλαιο» δεσμό μαζί της.

      Σε κάποιο «μυστικό» ραντεβού σε ένα απόμερο cafe καθισμένοι στο πιο απομακρυσμένο τραπεζάκι ο ίδιος επιζητούσε λίγη συντροφιά και ένα άτομο να μπορεί να αφουγκραστεί την φουρτούνα που περνούσε! Εκείνη ζητούσε αγάπη και έρωτες ενώ ο φωτογράφος που βρέθηκε την δεδομένη στιγμή εκεί για να αναλάβει την νέα καμπάνια του νέου ανανεωμένου cafe έκανε την δουλεία του βγάζοντας  φωτογραφίες για να δοθούν σε όλο τον έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο. Έτσι το cafe με την μοντέρνα διακόσμηση  τα ωραία τραπεζάκια και το ερωτευμένο ζευγαράκι σε δεύτερο φόντο να συμπληρώνει το «κατ»  παρέλασε μπαίνοντας σχεδόν σε όλα τα σπίτια καταλήγοντας και στα χέρια της συζύγου του η οποία αναγκάστηκε στη συνέχεια να ψάξει το κινητό του! Εκεί μπόρεσε να βρει και να συμπληρώσει και τα υπόλοιπα κομμάτια του πάζλ που της έλειπαν.  Μάταια προσπάθησε να της εξηγήσει, να απολογηθεί ,να μαζέψει, να σώσει  ότι μπορούσε να σωθεί! Όλα έγιναν τόσο γρήγορα, με ταχύτητα φωτός!

     Μόνος τώρα ψάχνει μέσα από φωτογραφίες τις αναμνήσεις του. Άλλοτε αναστενάζοντας, άλλοτε κυλώντας δάκρυα από τα μάτια του! Όλες όμως τις προσπέρνα! Δεν στέκεται σε καμία! Τις σκορπά άτσαλα στο τραπέζι ώσπου ξαφνικά στα χέρια του πέφτει μια φωτογραφία με ένα μικρό κοριτσάκι! Είναι η κόρη του η Χαρά του προσπαθεί να θυμηθεί πότε την είχε τραβήξει.

      Όλη αυτήν την συναισθηματικά φορτισμένη στιγμή έρχεται άτσαλα να διακόψει ο ήχος του ηλεκτρονικού υπολογιστή! Είναι μήνυμα από  την κόρη του την Χαρά του, του γράφει τα εξής «Μπαμπάκα μου δεν σε έχω ξεχάσει πότε, πόσο μάλλον σήμερα που είναι η επέτειος του γάμου σου με την μητέρα! Τι  και αν  ζείτε πλέον χωριστά!  Εγώ πάντα σε έχω στην καρδιά μου! Ήσουν και παραμένεις για εμένα το πρότυπο μου! Οι δικές σου αγάπες είναι και δικές μου και για αυτό έχω ακολουθήσει συνειδητά τα βήματά σου! ’Έχω περάσει στο πανεπιστήμιο στην νοσηλευτική ψυχικής υγείας ενώ η αγάπη μου για την φωτογραφική τέχνη όλο και μεγαλώνει! Εκτός από τα βραβεία σε τοπικούς διαγωνισμούς χθες πήρα και το πρώτο μου παγκόσμιο βραβείο. Το αγόρι μου ο Κώστας τον οποίο θα γνωρίσεις πολύ σύντομα είναι περήφανος για μένα και λέει ότι πρόκειται για ένα απίστευτα απίθανο συνδυασμό η αγάπη για την τέχνη και για τους ανθρώπους που υποφέρουν. Νομίζω ότι ζω ότι και εσύ είχες ζήσει με την μητέρα μου! Σε αφήνω τώρα! Θα σου τηλεφωνήσω αργότερα! Τώρα είμαι μαζί με τον Κώστα και την φωτογραφική μου μηχανή  πάμε για φωτογράφηση! Φιλιά…»

     Ένας κόμπος στο λαιμό τον πνίγει! Μένει ακίνητος, αδύναμος. Κοιτάζει από την μια τον ηλεκτρονικό του υπολογιστή και από την άλλη την φωτογραφία της Χαράς,  η οποία είναι ακόμη στο χέρι του. Αναστενάζοντας βαριά και με τρεμάμενη φωνή κοιτώντας την φωτογραφία λέει «ελπίζω μόνο να μην έχεις στην πορεία το ίδιο τέλος με εμένα» και ξεσπά σε ένα γοερό κλάμα.

      Δεν τόλμησε να το πει στην ίδια μα ούτε καν τόλμησε να της το γράψει! Το μόνο που τόλμησε ήταν να απευθυνθεί στην φωτογραφία της που κρατούσε στο χέρι  του και η οποία στο τέλος γλίστρησε από το χέρι του και αναμείχτηκε μαζί με τις υπόλοιπες όπως γλίστρησε και η ίδια η ζωή του για μια στιγμή η οποία όμως ήταν αρκετή να χάσει μέσα από τα ίδια του τα χέρια ότι πραγματικά αγάπησε….

 

-ΤΕΛΟΣ-

Πάτηστε πάνω στο βελάκι

για να γυρίσετε στην αρχή!

FOLLOW ME

  • Facebook Classic
  • Twitter Classic
  • c-youtube

© 2023 by Samanta Jonse. Proudly created with Wix.com