Αποσπάσματα Μυθιστορημάτων του Δημήτριου Αλεξόπουλου

Ο Διάλογος του Μονολόγου (Βραβευμένο έργο)

Ένα δάκρυ αστράφτει στο μισοσκόταδο και προσπαθεί να γλιστρήσει απάνω στα τραχιά μου γένια.

Λίγο πριν καταφέρει να κρυφτεί μέσα στην πλούσια γενιάδα μου, η γλώσσα μου ξεμυτά και το αρπάζει. Ιδιαίτερη γεύση. Γεύση αρμύρας.


Δάκρυα τροφοδοτούν τα μάτια μου, ωσάν να είναι φράχτης ποταμού, τα συγκρατούν.

 


Τα βλέφαρά μου πεταρίζουν και τα μάτια μου ανοιγοκλείνουν διαδοχικά, αποβάλλοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τη θλίψη. Τα χείλη μου παίρνουν μια πικρή γεύση από τη σκόνη που έχει καθίσει επιφανειακά επάνω σε μια παλιά μαυρόασπρη φωτογραφία, και τους φιλώ. Έναν προς έναν...


Για όσους λένε ότι τις εικόνες δεν μπορείς να τις ακούσεις, παρά μόνο να τις κοιτάξεις, κάνουν μεγάλο λάθος, μέγιστο! Χρειάζεται λίγη, απλώς, φαντασία και πολύ συναίσθημα! Εγώ ακούω… Μπορώ και ακούω τη νύχτα, το πνιγηρό σκοτάδι. Το θρόισμα των φύλλων από τις πανύψηλες και φουντωτές λεύκες περιμετρικά του κτήματος είναι τόσο επιβλητικό, θαρρείς πως μου μιλάνε. Τα πλατύφυλλά τους χορεύουν μες στη νύχτα το τανγκό του αγέρα και πιο χαμηλά, οι άκρες των φύλλων πλατσουρίζουν, κοντοζυγώνοντας ένα μικρό ρυάκι και χαϊδεύουν τις όχθες του να ξεδιψάσουν...


Δύσκολο πράγμα η συνήθεια... ανυπέρβλητο! Όσοι καταλαβαίνουν τι εννοώ, γνωρίζουν πολύ καλά τον πόνο!

 

Το τσουχτερό κρύο μοιάζει με ύπουλο κλέφτη, αφού βρίσκει τρόπους να τρυπώνει μέσα από τα ρούχα μου, μέχρι και στα πιο απίθανα σημεία. Ανασηκώνω το γιακά της καμπαρτίνας, καλύπτοντας το εκτεθειμένο μου σβέρκο και κουμπώνω το κοκαλένιο κουμπί, σφίγγοντάς το σαν θηλιά στο λαιμό και βυθίζω το σαγόνι μου μέσα στο ζεστό οχυρό που έχω φτιάξει.


Οι πλαστικές σόλες απ’ τις γαλότσες βουλιάζουν λίγα εκατοστά κάτω από την επιφάνεια του μουσκεμένου γρασιδιού και οι μπότες χάνονται κάπου ανάμεσα στο νωπό χώμα και τις τσουκνίδες. Παραμερίζω με κλοτσιές και ποδοπατήματα τα αγριόχορτα που ξεφυτρώνουν κάθε μέρα όλο και περισσότερα -ανάθεμά τα- και συνεχίζω!


Τα δέντρα βρίσκονται μακριά και δεν μπορώ να τ’ ακούσω αισθητά, τα βλέπω όμως και μπορώ να διαισθανθώ τον ήχο τους και να τον νιώσω. Διαμαρτύρονται λίγο πριν το ξημέρωμα, λικνίζοντας τα κλαδιά τους απελπισμένα. Το σιγανό βουητό του θρασύτατου ανέμου μού προκαλεί ανησυχία. Οι αξιολάτρευτοι γρύλοι, δίνουν τη δική τους παράσταση με τις εξαίσιες μελωδίες, που νομίζουν εκείνοι ότι βγάζουν. Ο σπινθηρωτός ήχος από την κιτρινισμένη λάμπα που τρεμοσβήνει στο απέναντι χωράφι τραβάει την προσοχή μου. Τρεμοπαίζει… και σβήνει, και ξανά απ’ την αρχή.


Η αίσθηση της μέρας είναι εντελώς διαφορετική από της νύχτας. Ο αέρας, η υγρασία, οι θόρυβοι, οι σκιές... τα πάντα αλλιώτικα, ακόμα και κάτω από το πυκνό πέπλο της νύχτας και το λαμπροστόλιστο φεγγάρι που πασχίζει να κρυφτεί πίσω από τα γκριζόμαυρα σύννεφα, ακόμα κι αυτό προσθέτει ένα όμορφο μυστήριο, μια ηδονή που δεν μπορείς να την αισθανθείς ή να την αφουγκραστείς υπό τις ακτίνες του ήλιου...


Φτάνω έξω από το “παλάτι” μου. Μια παρατημένη αποθήκη στη μέση του πουθενά, ένα μακρόστενο χαμόσπιτο σαν στάβλος, που μοιάζει με άσχημο κάκτο ανάμεσα στα καταπράσινα κυπαρίσσια.


Είναι φτιαγμένο από πλιθάρι και λάσπη και αυτό φαίνεται ολοκάθαρα μάλιστα. Χρόνια πριν, ο προπάππους μου το έχτισε μόνος του, με τα ίδια του τα χέρια, παρέα με δυο κολλητούς. Τότε, ίσως είχε μεγαλύτερη αξία ο άνθρωπος απ’ ότι σήμερα και οι φίλοι ήσαν πιο αληθινοί. Τότε, οι άνθρωποι παλεύανε σκληρά για να καταφέρουνε το καθετί, ενώ η διαφορά στις μέρες μας, είναι ότι ναι μεν οι άνθρωποι θέλουν να τα καταφέρουν, δεν λέω, αλλά χωρίς να παλέψουν... Δεν θέλω να πω ότι ήταν καλύτερες εποχές, προς θεού (όπου Θεός: μια ανώτερη δύναμη, ο εσωτερικός μας κόσμος ή σε οποιονδήποτε θεό πιστεύει ο καθένας από εμάς), απλά διαφορετικές εποχές.


Ορισμένα από τα κεραμίδια της οροφής, δεν βρίσκονται πια στη θέση τους. Άλλα είναι μισοσπασμένα και άλλα διακοσμούν την λησμονημένη αυλή, που έχει διαμορφωθεί σε μια μικρή και ακατάστατη ζούγκλα, με τα άχρωμα λουλούδια κάτω από τα πρεβάζια να σιγοκλαίνε, αφημένα στα αδυσώπητα χέρια του χρόνου.
«...Ο χρόνος» ψιθυρίζω και χαμογελώ ειρωνικά, ωσάν να τον χλευάζω. Κοιτάς το είδωλό σου στον καθρέφτη και το περιεργάζεσαι εξεταστικά, τα παιδιά σου, που έχουν γίνει πια ενήλικες, τη ζωή που μέχρι τώρα έζησες, τα σημάδια που έχει αφήσει για ενθύμιο και διερωτάσαι…


Ρυτίδες διακοσμούν πλέον το άλλοτε όμορφο πρόσωπό μου. Ρυτίδες στο μυαλό, ωστόσο, είχα μερικές δεκαετίες πριν... Τι απ’ τα δύο προτιμώ, δεν μπορώ με σιγουριά να πω...


Ξεραμένοι θάμνοι στην είσοδο, κουλουριασμένοι και πεθαμένα φυτά στολίζουν τώρα πια το μικρό ξεχασμένο σπίτι. Λυγισμένα και γυρτά άνθη που μοιάζουν να κοιμούνται αιώνια. Δεν πέθαναν, απλά κοιμούνται. Αριστερά μου βρίσκεται ένα μικρό τετράγωνο παράθυρο, το τζάμι του είναι σπασμένο και διορθωμένο με λίγη μονωτική ταινία. Δεν είναι και ό,τι καλύτερο έχω σκεφτεί ποτέ μου, είναι μολοντούτο εφευρετικό και τουλάχιστον εμποδίζει το κρύο να εισέρχεται στο εσωτερικό...


Σπρώχνω παραπάνω τη γυρτή πόρτα και αναδύεται μια σύμμειξη μυρωδιάς από κλεισούρα και μουσκεμένου ξύλου. Ακούγεται αποκρουστικό όμως δεν είναι. Αντιθέτως είναι πολύ ελκυστικό για μένα, ίσως και για πολλούς άλλους που λατρεύουν το καθετί παλιό, αυθεντικό, ρομαντικό και που σε κάθε μυρωδιά βρίσκουν ένα ταξίδι αναμνήσεων κρυμμένο...

 

 

 

Έπαινος Μυθιστορήματος στον 33ο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών (2014)

FOLLOW ME

  • Facebook Classic
  • Twitter Classic
  • c-youtube

© 2023 by Samanta Jonse. Proudly created with Wix.com